Στιγμές, σκέψεις και εικόνες από το προσκύνημα στην Αθωνική Πολιτεία
Μέχρι το γραφείο να ανοίξει τις πόρτες του έχουμε καιρό. Παρατάω τον σάκο μου δίπλα στις ορειβατικές τσάντες των υπόλοιπων προσκυνητών. Δεν βάζω ακουστικά για να ροκανίσω τον χρόνο της αναμονής, στέκομαι σιωπηλός να τους παρατηρώ. Μια παρέα Βουλγάρων φορούν μπλούζες με το έμβλημα της Μονής Ζωγράφου κι έχουν στο πίσω μέρος τους τον Άθω. «Света гора, 2033 м.», γράφει η στάμπα στα κυριλλικά. Σχεδιάζουν να σκαρφαλώσουν στην κορυφή του.
Παραδίπλα, κάποιοι Σέρβοι ακούν ευλαβικά τον επικεφαλής της ομάδας τους να μοιράζεται την εμπειρία του από τη Μονή Χιλανδαρίου. Δύο Έλληνες τσεκάρουν διαρκώς το περιεχόμενο στα τσαντάκια που έχουν κρυμμένα στην κοιλιά τους, με τον καφέ στο χέρι. «Έχει εκεί φαΐ [σ.σ. στο Άγιον Όρος]. Μην παίρνεις τίποτα», λέει ο ένας στον άλλον.

Βίρα τις άγκυρες
Οι πόρτες του Γραφείου Προσκυνητών ανοίγουν στις έξι ακριβώς. Δίνω την ταυτότητά μου σ’ έναν από τους τρεις υπαλλήλους, οι οποίοι αναλαμβάνουν να τσεκάρουν τη λίστα με τα ονόματα. Πληρώνω το αντίτιμο των είκοσι πέντε ευρώ, παραλαμβάνω το επίσημο έγγραφο και βγαίνω έξω. Παρά τον μεγάλο όγκο επισκεπτών, οι διαδικασίες ολοκληρώνονται εύκολα και γρήγορα – και κάπως έτσι προλαβαίνω το φέρι των έξι και μισή, με προορισμό το λιμανάκι της Δάφνης.

Καφάσια με καλούδια της γης, οχήματα και μηχανήματα μπαίνουν με την όπισθεν στο πλοίο, όσο οι προσκυνητές βγάζουν σέλφι με τα διαμονητήριά τους. «Ευλογημένη να ’ναι κι αυτή η φορά», είναι μια φράση που ακούω ξανά και ξανά στην αναχώρηση. Η άγκυρα σηκώνεται, οι κάβοι λύνονται και το φέρι σαλπάρει, αφήνοντας πίσω τον Πύργο του Προσφορίου. Οι γλάροι ακολουθούν το πλεούμενο. Χαζεύοντας την ακτογραμμή από το κατάστρωμα, αντικρίζω λίγα χωράφια στην αρχή και, καθώς κυλάει η ώρα, τα δάση πυκνώνουν και τα βράχια κυριαρχούν. Το μοναδικό στοιχείο που θυμίζει κάτι από τα άλλα δύο «πόδια» της Χαλκιδικής είναι τα καταγάλανα νερά.

Καθώς πλησιάζουμε στη Δάφνη, ψάχνω τις λέξεις να περιγράψω την αίσθηση. Ηρεμία, γαλήνη ή ανάταση; Δεν είμαι σίγουρος τι είναι ακριβώς και αν οφείλεται στην επίδραση της θάλασσας, στην προσμονή για τη γνωριμία μ’ έναν τόπο που είχα δει μόνο σε φωτογραφίες ή στη φιλοπεριέργεια για τη σύνθεση των επιβατών. Ωστόσο, κάτι έχει ήδη αλλάξει.

Στις δύο ώρες που διαρκεί το ταξίδι, κρατάω στιγμές και στιγμιότυπα. Όπως αυτό με τους Ουκρανούς ιερωμένους και προσκυνητές που ταΐζουν τους γλάρους και ποζάρουν μαζί τους, γελώντας με το γεγονός ότι δεν καταφέρνουν να τους τραβήξουν μια σωστή φωτογραφία με το κινητό τους. Ρουμάνοι πιστοί τρώνε αυγά και ελιές και τα μοιράζονται με όποιον κάθεται απέναντί τους, ανεξαρτήτως εθνικότητας. Βούλγαροι φωτογραφίζουν τις εικόνες που κουβάλησαν από το σπίτι, για να πάρουν ευλογία από τους μοναχούς. Νεαροί δόκιμοι καλόγεροι προσεύχονται αμίλητοι σε μια γωνιά του πλοίου. Μικρά αγόρια κοιμούνται αποκαμωμένα στο μπράτσο των πατεράδων τους.
Άφιξη στη Δάφνη
Κάποια κτίσματα, λιμενικοί, αστυνομικοί και μικρά λεωφορεία διακρίνονται στη στεριά, καθώς το φεριμπότ «Αγία Άννα» πλησιάζει το λιμανάκι της Δάφνης. Με τα ορειβατικά σακίδια στους ώμους, αποβιβαζόμαστε και αναζητούμε τρόπο για να μεταβούμε στις μονές που έχουμε σκοπό να επισκεφθούμε. Πρώτα, όμως, μια γουλιά καφέ, τον οποίο βρίσκουμε στο τοπικό αναψυκτήριο που προσφέρει ελληνικό, φραπέ, σφολιατοειδή και τοστ.

Ενημέρωση για τις εσωτερικές μετακινήσεις εντός της χερσονήσου δεν υπάρχει με την κλασική έννοια του όρου. Βρίσκεις τον οδηγό, τον ρωτάς τι ώρα αναχωρεί το λεωφορείο για Καρυές κι εκεί αναζητείς και άλλους προσκυνητές που έχουν κλείσει διαμονή στην ίδια μονή μ’ εσένα, ώστε να πάρετε μαζί κάποιο από τα αγροτικά 4×4 που έχουν τον ρόλο ταξί.
Η υποδοχή και το πρόγραμμα
Λένε ότι ο χρόνος στο Άγιον Όρος κυλάει αλλιώς. Την ώρα που περνάω το κατώφλι της Μονής Ιβήρων, το ρολόι δείχνει έντεκα και είκοσι. Δεν ξέρω αν είναι νωρίς ή αργά, αλλά αισθάνομαι ότι η ημέρα έχει «δρόμο» μπροστά της. Καθώς περιμένουμε να μάθουμε το πρόγραμμα των Ακολουθιών και της μονής, πιάνουμε κουβέντα με τους υπόλοιπους προσκυνητές: από πού ερχόμαστε, τι θα κάνουμε, τι προσδοκάμε από το ταξίδι. Ο αρχοντάρης είναι αυτός που αναλαμβάνει το έργο της υποδοχής και της τακτοποίησής μας στα δωμάτια. Κάποια έχουν πολλά κρεβάτια, τα υπόλοιπα είναι δίκλινα. Κουβέρτες, σκεπάσματα και πετσέτες βρίσκονται πάνω στο κρεβάτι, μ’ ένα ζευγάρι καφέ παντόφλες εργασίας ακριβώς από κάτω. Ανάλογα με τη διαρρύθμιση της μονής, τα μπάνια είναι είτε κοινόχρηστα είτε ατομικά, με τα απαραίτητα είδη προσωπικής υγιεινής διαθέσιμα.
Πέντε και είκοσι το πρωί, μια Τρίτη του Ιουνίου. Ακόμα δεν έχει φέξει, αλλά η ουρά έξω από την πόρτα του Γραφείου Προσκυνητών στην Ουρανούπολη φτάνει, ήδη, μέχρι τον κεντρικό δρόμο. Καθημερινά, οι πιστοί στήνονται από νωρίς για να παραλάβουν εγκαίρως τις άδειες εισόδου (διαμονητήρια) και να προλάβουν τα δρομολόγια των πλοίων.

Η δομή του προγράμματος, για το οποίο μας ενημερώνει ο αρχοντάρης, είναι ίδια σε κάθε μονή, ωστόσο τα ωράρια και κάποια επιμέρους τυπικά διαφέρουν. Συνήθως, στις τρεις ή στις τέσσερις το πρωί ακούγεται ο ήχος από το ξύλινο σήμαντρο για την προσέλευση στο Μεσονυκτικό. Ακολουθούν ο όρθρος και η Θεία Λειτουργία. Κοντά στις οκτώ πραγματοποιείται Παράκληση προς την Υπεραγία Θεοτόκο, η οποία διαρκεί τριάντα λεπτά, και ακολουθεί η πρωινή τράπεζα.
Έως το απόγευμα οι μοναχοί αναλαμβάνουν τα διακονήματά τους, ενώ οι προσκυνητές μπορούν να βοηθήσουν εθελοντικά, βάσει των υποδείξεων του αρχοντάρη. Γύρω στις πέντε πραγματοποιείται το κάλεσμα για Εσπερινό, με την απογευματινή/βραδινή τράπεζα να ακολουθεί μία ώρα αργότερα. Η ημέρα κλείνει με το μικρό απόδειπνο, κατά το οποίο τελούνται Χαιρετισμοί προς την Παναγία, ενώ σε αρκετές μονές ύστερα από αυτό δίνεται η δυνατότητα στους πιστούς να προσκυνήσουν ιερά λείψανα.
Προσευχή πριν και μετά την τράπεζα

Το πρόγραμμα ακολουθείται πιστά, χωρίς την παραμικρή απόκλιση. Πολλές λέξεις και διαδικασίες μού είναι ακόμα άγνωστες, αλλά σιγά σιγά εξοικειώνομαι. Μου κάνει εντύπωση το γεγονός ότι το Καθολικό φωτίζεται αποκλειστικά από τις ακτίνες του ήλιου ή κάποια λιγοστά κεριά. Οι ψαλμωδίες των μοναχών και όσων πιστών συμμετέχουν σε αυτές φτάνουν σε κάθε κόγχη του ναού. Άλλωστε, η κατάνυξη είναι τέτοια, που αποτρέπει οποιονδήποτε ψίθυρο και πυροδοτεί μια εσωτερική ανάγκη για προσευχή κι επικοινωνία με κάτι υπερβατικά ανώτερο.
Οι ψαλμωδίες των μοναχών φτάνουν σε κάθε κόγχη του ναού. Η κατάνυξη είναι τέτοια, που αποτρέπει οποιονδήποτε ψίθυρο και πυροδοτεί μια εσωτερική ανάγκη για προσευχή κι επικοινωνία με κάτι υπερβατικά ανώτερο.
Ένας μεταλλικός ήχος σηματοδοτεί το τέλος της Ακολουθίας και το πέρασμα στην τράπεζα. Ο τραπεζάρης κατευθύνει τους προσκυνητές στις θέσεις τους. Κανείς δεν πρέπει να αγγίξει το φαγητό του μέχρι την προσευχή. Το καμπανάκι χτυπά ξανά, καθόμαστε και ξεκινάμε να τρώμε γρήγορα γρήγορα τα καλούδια που έχουμε μπροστά μας, όσο ο διαβαστής αναγιγνώσκει μεγαλόφωνα βίους Αγίων, ερμηνείες των Γραφών, πατερικά κείμενα ή κείμενα σχετικά με την εορτή της ημέρας.

Ένα πιάτο λαδερά ή τραχανά, λίγη φέτα, ντομάτα, αγγούρι και κρεμμύδι, ζυμωτό ψωμί, αριάνι, κρασί, νερό απαρτίζουν το γεύμα. Η πόση του κρασιού επιτρέπεται μετά το τρίτο καμπανάκι. Κατά τη διάρκεια του γεύματος επικρατεί απόλυτη σιωπή. Ακούγεται αποκλειστικά ο διαβαστής, ώστε, παράλληλα με την αναγκαία για το σώμα τροφή, να υπάρχει και η πνευματική. Όσοι ψιθυρίζουν ή σχολιάζουν δέχονται τις συριστικές παρατηρήσεις των πιστών. Μόλις τελειώσει το γεύμα, ο γέροντας χτυπάει το τελευταίο καμπανάκι και όλοι σηκωνόμαστε όρθιοι. Πρώτα αποχωρούν οι μοναχοί και ύστερα όλοι οι υπόλοιποι, με τις ευλογίες του γέροντα.
Με τη δύση του ήλιου
Ακολουθεί το απόδειπνο, κατά το οποίο οι μοναχοί εκθέτουν ιερά λείψανα αγίων για προσκύνημα, τα οποία βρίσκονται σε ειδικές μεταλλικές λειψανοθήκες. Οι προσκυνητές περιμένουν κάπως ανυπόμονα τη σειρά τους, δίνοντας στον μοναχό κομποσκοίνια για ευλογία. Καθώς τα ευλογεί, τα ακουμπάει ελαφρά πάνω στη λειψανοθήκη και τα επιστρέφει στους κατόχους τους.

Είναι η στιγμή που η ημέρα φτάνει πράγματι στο τέλος της. Κάποιοι προτιμούν να εξομολογηθούν τώρα, λίγο πριν πέσουν για ύπνο. Οι διάδρομοι αδειάζουν, τα φώτα σβήνουν ένα ένα και οι τελευταίοι ψίθυροι χάνονται πίσω από τις πόρτες των δωματίων του ξενώνα. Σε λίγες ώρες, το σήμαντρο θα χτυπήσει πάλι και ο κύκλος θα αρχίσει ξανά, σαν να μη μεσολάβησε ποτέ νύχτα.
Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με το παράθυρο ανοιχτό, για να μπαίνει φρέσκος αέρας, δεν είμαι βέβαιος αν έχω περάσει μία ημέρα στο Άγιον Όρος ή πολλές μαζί. Προσπαθώ να υπολογίσω πόσα πράγματα χώρεσαν μέσα σε αυτό το πρώτο εικοσιτετράωρο: η αναμονή στην Ουρανούπολη, το πλοίο, οι άνθρωποι από κάθε γωνιά των Βαλκανίων, οι Ακολουθίες, η σιωπή της τράπεζας, τα πρόσωπα των μοναχών που μοιάζουν ίδια. Τα μάτια κλείνουν από μόνα τους, δίχως να ξέρω τι ώρα είναι ακριβώς. Αλλά εδώ ο χρόνος και η ζωή κυλούν τόσο αλλιώς.
Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο 16ο τεύχος της έκδοσης «Οι Τόποι μας-Άγιον Όρος», Ιούλιος 2026.
kathimerini.gr

