Όταν η δημοσκόπηση παύει να ενημερώνει και αρχίζει να καθοδηγεί, τότε δεν μιλάμε πια για μέτρηση της κοινής γνώμης. Μιλάμε για πολιτικό εργαλείο επιρροής.
Η οργισμένη παρέμβαση της Ελληνικής Λύσης για τους λεγόμενους «ψευτοδημοσκόπους» ακουμπά ένα ζήτημα που εδώ και χρόνια δηλητηριάζει τη δημόσια συζήτηση: την εμπιστοσύνη των πολιτών στις δημοσκοπήσεις.
Διότι άλλο πράγμα είναι η επιστημονική μέτρηση, με μεθοδολογία, δείγμα, σταθμίσεις, όρια σφάλματος και δημόσια λογοδοσία, και άλλο πράγμα η παραγωγή «κλίματος» λίγες ημέρες πριν από κρίσιμες πολιτικές εξελίξεις.
Όταν εμφανίζονται εταιρείες χωρίς επαρκή διαφάνεια, όταν τα ποσοστά αλλάζουν σαν ταχυδακτυλουργικό νούμερο, όταν οι αποκλίσεις βαφτίζονται απλώς «στατιστικό σφάλμα» και όταν κανείς δεν εξηγεί καθαρά ποιος παρήγγειλε, ποιος πλήρωσε και με ποια μεθοδολογία έγινε μια μέτρηση, τότε η καχυποψία δεν είναι λαϊκισμός. Είναι φυσιολογική άμυνα της κοινωνίας.
Η δημοσκόπηση δεν είναι αθώο εργαλείο
Οι δημοσκοπήσεις επηρεάζουν συμπεριφορές. Δημιουργούν αίσθηση νικητή και ηττημένου. Σπρώχνουν αναποφάσιστους. Καλλιεργούν απογοήτευση σε κάποιους και δυναμική σε άλλους. Άρα, όταν χρησιμοποιούνται χωρίς αυστηρούς κανόνες, μπορούν να γίνουν μηχανισμός χειραγώγησης.
Δεν χρειάζεται να καταδικάσει κανείς συνολικά τον κλάδο των δημοσκοπήσεων. Υπάρχουν σοβαρές εταιρείες, σοβαροί επιστήμονες και πραγματική ανάγκη να μετριέται η κοινωνική τάση. Όμως η σοβαρότητα δεν αποδεικνύεται με τηλεοπτικές βεβαιότητες. Αποδεικνύεται με πλήρη στοιχεία, καθαρή μεθοδολογία και λογοδοσία όταν οι προβλέψεις αποδεικνύονται κραυγαλέα λανθασμένες.
Όχι στο κυνήγι μαγισσών, ναι στον έλεγχο
Η φράση «βραχιολάκια στους ψευτοδημοσκόπους» εκφράζει πολιτική αγανάκτηση. Ωστόσο, το κρίσιμο δεν είναι η ρητορική ένταση. Το κρίσιμο είναι να υπάρξει θεσμική σοβαρότητα.
Όποιος δημοσιεύει δημοσκόπηση πρέπει να υποχρεώνεται να δίνει πλήρη εικόνα: ποιος την παρήγγειλε, πότε έγινε, με ποιο δείγμα, με ποια μέθοδο, με ποια ερωτήματα, με ποια στάθμιση και με ποιο ποσοστό αδιευκρίνιστης ψήφου.
Και όταν υπάρχουν καταγγελίες για παραπλάνηση, πλασματικές μετρήσεις ή συστηματική αλλοίωση εικόνας, αυτές δεν μπορεί να μένουν στο επίπεδο της τηλεοπτικής φασαρίας. Πρέπει να ελέγχονται. Θεσμικά. Αυστηρά. Με πραγματικές κυρώσεις όπου αποδεικνύεται παράβαση.
Η ψήφος δεν είναι προϊόν προς διαφήμιση
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι η πολιτική ζωή αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο σαν αγορά. Οι πολίτες δεν καλούνται να κρίνουν προγράμματα, πράξεις και ευθύνες, αλλά να στοιχηθούν πίσω από «ρεύματα», «τάσεις» και «παραστάσεις νίκης».
Αυτό δεν είναι δημοκρατική ενημέρωση. Είναι τεχνική διαμόρφωσης συμπεριφοράς.
Και εδώ η απαίτηση για διαφάνεια δεν αφορά μόνο την Ελληνική Λύση ή οποιοδήποτε άλλο κόμμα αισθάνεται ότι αδικείται από τις μετρήσεις. Αφορά κάθε πολίτη που θέλει να ξέρει αν αυτό που βλέπει είναι πραγματική καταγραφή της κοινωνίας ή κατασκευή πολιτικού κλίματος.
Οι δημοσκοπήσεις δεν μπορεί να λειτουργούν σαν αόρατο χέρι που σπρώχνει την κάλπη πριν ανοίξει η κάλπη.
Όποιος μετρά την κοινή γνώμη, οφείλει να λογοδοτεί στην κοινή γνώμη.
Και όποιος παίζει με τη βούληση των πολιτών, δεν κάνει στατιστική. Παίζει με τη δημοκρατία.

