Με προειδοποιήσεις προς τους υπεύθυνους των καταστροφών και εξαγγελίες διαλόγου για τα αιτήματα της νεολαίας παρενέβη ο Εμανουέλ Μακρόν, μετά τα εκτεταμένα επεισόδια που συνόδευσαν τις μαζικές κινητοποιήσεις στη Γαλλία. Στο τηλεοπτικό διάγγελμά του, το βράδυ της Κυριακής 18 Οκτωβρίου, ο Γάλλος πρόεδρος διαμήνυσε ότι η κυβέρνηση θα αντιμετωπίσει αυστηρά όσους συμμετείχαν σε λεηλασίες και επιθέσεις.
«Θα είμαστε αμείλικτοι απέναντι στους ταραξίες», τόνισε, υπογραμμίζοντας ότι η διάθεση για συζήτηση δεν συνεπάγεται ανοχή στη βία. Δήλωσε ότι οι υπεύθυνοι για τις καταστροφές θα κληθούν να λογοδοτήσουν και να αποζημιώσουν για τις ζημιές, ενώ απέδωσε σημαντικό μέρος των επεισοδίων σε ακροαριστερές ομάδες και άτομα με παραβατική δράση.
Παράλληλα, ο Μακρόν ξεχώρισε τους ειρηνικούς διαδηλωτές και τα κοινωνικά τους αιτήματα από εκείνους που προχώρησαν σε βανδαλισμούς. Οι κινητοποιήσεις είχαν στο επίκεντρό τους την ακρίβεια, τις συνθήκες στα σχολεία και την αγωνία των νέων για το μέλλον τους.
Σύμφωνα με τον απολογισμό του γαλλικού υπουργείου Εσωτερικών που μετέδωσε το RTL, οι συλλήψεις για τα γεγονότα του Σαββάτου έφτασαν τις 2.397 σε ολόκληρη τη χώρα. Νέες εντάσεις σημειώθηκαν και την Κυριακή στο Παρίσι, όπου συγκεντρώθηκαν διαδηλωτές στην πλατεία Δημοκρατίας υπό ισχυρή αστυνομική παρουσία.
Οι καταστροφές σε καταστήματα και δημόσια κτίρια προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις. Στη Λιμόζ, η φωτιά στο ιστορικό δημαρχείο του 19ου αιώνα προκάλεσε την κατάρρευση της στέγης και εκτεταμένες ζημιές. Ο Γάλλος πρόεδρος υποσχέθηκε υποστήριξη στους επαγγελματίες και στις τοπικές αρχές που επλήγησαν.
Στο σκέλος των κυβερνητικών πρωτοβουλιών, ανακοίνωσε συζητήσεις με μαθητές, φοιτητές, εκπαιδευτικούς, συνδικάτα, εργοδοτικές οργανώσεις και αιρετούς εκπροσώπους, με στόχο τη διαμόρφωση συγκεκριμένων απαντήσεων στα κοινωνικά αιτήματα. Ζήτησε επίσης να εξεταστεί αν υπήρξαν αδυναμίες στην πρόβλεψη των επεισοδίων και στην προετοιμασία των αστυνομικών δυνάμεων.
Με τις προεδρικές εκλογές να βρίσκονται περίπου έξι μήνες μακριά, ο Μακρόν κάλεσε σε ηρεμία και σεβασμό στον δημόσιο διάλογο, επιδιώκοντας την αποκλιμάκωση μιας κρίσης που συνδυάζει κοινωνική δυσαρέσκεια, σοβαρά επεισόδια και αυξανόμενη πολιτική αντιπαράθεση.

