Καταγγελίες για πολιτική στοχοποίηση και ερωτήματα για τη φερόμενη αλλαγή στάσης του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας μέσα σε οκτώ μήνες.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης με τον Άδωνη Γεωργιάδη έθεσε η Μαρία Γρατσία τον χειρισμό της υπόθεσης του ιατρείου της Μαρίας Καρυστιανού, ζητώντας συγκεκριμένες απαντήσεις για τις αποφάσεις του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας και τον τρόπο με τον οποίο το περιεχόμενό τους παρουσιάστηκε δημόσια.
Η ίδια κατήγγειλε πολιτική στοχοποίηση της Μαρίας Καρυστιανού και υποστήριξε ότι η ενημέρωση της ενδιαφερόμενης έπρεπε να προηγηθεί της δημόσιας αντιπαράθεσης. Όπως ανέφερε, η θεσμική διαδικασία απαιτεί επίσημη γνωστοποίηση και δυνατότητα παροχής εξηγήσεων, αντί η ενδιαφερόμενη να πληροφορείται τις εξελίξεις μέσα από δηλώσεις και δημοσιεύματα.
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής της αποτέλεσε η φερόμενη μεταβολή της θέσης του ΚΕΣΥ για τον βιοσυντονισμό και τη βιοανάδραση. Σύμφωνα με την κ. Γρατσία, απόφαση της 6ης Οκτωβρίου 2026 καταργεί προηγούμενη απόφαση του Φεβρουαρίου του ίδιου έτους. Ζήτησε, επομένως, να διευκρινιστεί τι μεσολάβησε μέσα σε αυτούς τους οκτώ μήνες και ποια στοιχεία οδήγησαν το ίδιο όργανο σε διαφορετική κρίση.
Η ίδια, πάντως, επισήμανε ότι δεν είχε ακόμη στη διάθεσή της το επίσημο κείμενο της νεότερης απόφασης. Συνεπώς, η έκταση και το περιεχόμενο της αλλαγής που περιγράφει χρειάζονται αντιπαραβολή των πλήρων εγγράφων.
Στην επιχειρηματολογία της επικαλέστηκε την ασφαλιστική κάλυψη συγκεκριμένων υπηρεσιών βιοανάδρασης από τον ΕΟΠΥΥ, καθώς και την ύπαρξη κωδικών δραστηριότητας για παραδοσιακές, συμπληρωματικές και εναλλακτικές ιατρικές υπηρεσίες. Αναφέρθηκε επίσης σε πιστοποιητικά CE για τις συσκευές, τα οποία, όπως υποστήριξε, έχουν αποσταλεί.
Οι αναφορές αυτές αποτυπώνουν τη θέση της πλευράς Καρυστιανού, χωρίς να επιλύουν από μόνες τους το ζήτημα της θεραπευτικής αποτελεσματικότητας ή της ορθής χρήσης συγκεκριμένων συσκευών. Η αξιολόγηση προϋποθέτει σαφή προσδιορισμό της μεθόδου, της εφαρμογής και των επιστημονικών δεδομένων που εξετάστηκαν.
Όταν τέθηκε στη συζήτηση η δημοσιοποιημένη θέση περί μη διαπιστωμένης θεραπευτικής δράσης και αντίθεσης προς τον κώδικα δεοντολογίας, η κ. Γρατσία ζήτησε ειδική αιτιολόγηση. Έθεσε ερωτήματα για τις συγκεκριμένες διατάξεις που φέρονται να παραβιάζονται και επανήλθε στην ανάγκη εξήγησης της διαφοροποίησης που η ίδια αποδίδει στο ΚΕΣΥ.
Ιδιαίτερα επικριτική εμφανίστηκε και απέναντι στον χαρακτηρισμό «τσαρλατανισμός», τον οποίο απέδωσε στον υπουργό Υγείας ως μεταφορά θέσης του Συμβουλίου. Υποστήριξε ότι τέτοιες εκφράσεις υποβαθμίζουν τη δημόσια συζήτηση και ότι η απάντηση οφείλει να δοθεί με συγκεκριμένα επιχειρήματα και επίσημα έγγραφα.
Η καταγγελία περί πολιτικής στοχοποίησης παραμένει θέση της κ. Γρατσία και δεν συνιστά αποδεδειγμένο συμπέρασμα. Ωστόσο, τα ερωτήματα που τέθηκαν απαιτούν σαφείς απαντήσεις από τους αρμοδίους.
Το κρίσιμο πλέον είναι να γίνουν γνωστά τα πλήρη κείμενα των αποφάσεων: τι ακριβώς εξετάστηκε, τι κρίθηκε και με ποια αιτιολογία. Η προστασία της δημόσιας υγείας και η δίκαιη αντιμετώπιση κάθε ελεγχόμενου απαιτούν τεκμηρίωση, διαφάνεια και θεσμική συνέπεια.

