Όταν μια φοιτήτρια ζητά να μπορεί να σπουδάσει και η απάντηση είναι να εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο, η συζήτηση έχει ξεπεράσει τα επιδόματα. Αφορά το ποιοι δικαιούνται να έχουν μέλλον.
Οι φοιτητές που έστησαν σκηνές στο Σύνταγμα διαμαρτύρονται για το κόστος στέγασης και σπουδών. Με μια συμβολική κινητοποίηση έφεραν μπροστά στη Βουλή ένα πρόβλημα που ζητούν να αντιμετωπιστεί.
Στο κείμενο που σχολιάζουμε, όμως, μια φοιτήτρια της Παντείου μετατρέπεται σε κατηγορούμενη. Μέσα σε οκτώ αριθμημένες παραγράφους καταδικάζονται η οικογένειά της, το σχολείο της, οι επιλογές της, η αντίληψή της για το χρήμα και, τελικά, η ίδια της η αξιοπρέπεια.
Ο συντάκτης εμφανίζεται να γνωρίζει ακόμη και το επαγγελματικό της μέλλον: έναν διορισμό μέσω πολιτευτή και σαράντα χρόνια ανάμεσα σε συρραπτικά και περφορατέρ. Πού στηρίζονται όλα αυτά; Στην περιγραφή μιας δήλωσης για τα έξοδα διαβίωσης και στη συμμετοχή της σε μια διαμαρτυρία.
Τόση βεβαιότητα για τη ζωή ενός ανθρώπου, με τόσο λίγα στοιχεία.
Ας αρχίσουμε από το στοιχειώδες. Το ότι μια φοιτήτρια υπολογίζει τις μηνιαίες ανάγκες της σε 1.200 ευρώ δεν αποδεικνύει ότι απαιτεί να της καταβάλλει το κράτος ολόκληρο το ποσό. Ούτε γνωρίζουμε από το κείμενο πώς αναλύονται αυτά τα έξοδα. Άλλο η περιγραφή ενός οικογενειακού βάρους, άλλο το αίτημα για στεγαστική ενίσχυση και άλλο η απαίτηση πλήρους χρηματοδότησης της ζωής κάποιου.
Η σύγχυση βολεύει. Πρώτα παρουσιάζεις τον άνθρωπο που διαμαρτύρεται ως κάποιον που περιμένει να του πληρώνουν τα πάντα. Μετά τον εγκαλείς για ανευθυνότητα. Και κάπως έτσι αποφεύγεις να απαντήσεις στο πραγματικό ζήτημα: πώς μπορεί ένα παιδί από την επαρχία να σπουδάσει όταν ο οικογενειακός προϋπολογισμός δεν επαρκεί;
Ακολουθεί η οικονομική «απόδειξη»: αν σήμερα δοθούν 1.200 ευρώ, του χρόνου οι ίδιες ανάγκες θα κοστίζουν 2.400 και τον επόμενο χρόνο 4.800. Μια αυθαίρετη ακολουθία αριθμών παρουσιάζεται περίπου ως φυσικός νόμος.
Καμία τέτοια μηχανική σχέση δεν τεκμηριώνεται. Μπορεί κάποιος να ασκήσει σοβαρή κριτική στις επιδοτήσεις, να εξετάσει αν καταλήγουν στις τσέπες των ιδιοκτητών, να ζητήσει εστίες αντί για προσωρινά βοηθήματα. Αυτή είναι μια χρήσιμη συζήτηση. Ο αυτόματος διπλασιασμός των εξόδων είναι απλώς ένας ισχυρισμός χωρίς απόδειξη.
Όταν κάνεις μάθημα οικονομικής παιδείας, οφείλεις τουλάχιστον να εξηγείς τους αριθμούς σου.
Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η προτροπή να εγκαταλείψει την Πάντειο και να ασχοληθεί με κάτι «παραγωγικό». Ολόκληρες επιστημονικές κατευθύνσεις απαξιώνονται με μια παρενθετική παρατήρηση. Χωρίς εξέταση προγραμμάτων, χωρίς στοιχεία για επαγγελματικές διαδρομές, χωρίς να γνωρίζουμε καν τις επιδιώξεις της συγκεκριμένης φοιτήτριας.
Βεβαίως να συζητήσουμε για επαγγελματικό προσανατολισμό. Να συζητήσουμε για τις προοπτικές των πτυχίων, για την ευθύνη των πανεπιστημίων να ενημερώνουν τους υποψηφίους, για τις επιλογές που χρειάζονται σκέψη και σχεδιασμό. Αλλά η οικονομική δυσκολία ενός φοιτητή δεν αποτελεί απόδειξη ότι διάλεξε λάθος επιστήμη.
Διαφορετικά, το μήνυμα είναι ωμό: όποιος έχει χρήματα μπορεί να ακολουθεί τις κλίσεις του. Όποιος δεν έχει, οφείλει να περιορίζει εγκαίρως τις φιλοδοξίες του.
Και έπειτα έρχεται η προσβολή περί αξιοπρέπειας. Επειδή έστησε σκηνή. Επειδή διαμαρτυρήθηκε μαζί με άλλους. Επειδή, κατά τον συντάκτη, έτσι της υπέδειξε κάποια παράταξη — κάτι που επίσης δεν τεκμηριώνεται.
Από πότε η αξιοπρέπεια μετριέται με την προθυμία να υπομένεις σιωπηλά; Από πότε το να διεκδικείς δημόσια μια λύση αποτελεί προσωπικό εξευτελισμό;
Οι φοιτητικές παρατάξεις, τα αιτήματά τους και οι μορφές κινητοποίησης υπόκεινται σε κριτική. Καμία πολιτική ταυτότητα, όμως, δεν εξαφανίζει ένα έξοδο. Και καμία συμμετοχή σε συλλογική διαμαρτυρία δεν αποδεικνύει ότι ο συμμετέχων στερείται κρίσης.
Η πολιτεία οφείλει να απαντήσει συγκεκριμένα: ποιες δυνατότητες στέγασης παρέχει, ποιους στηρίζει, με ποια κριτήρια και με ποιο αποτέλεσμα. Οι φοιτητές οφείλουν να διατυπώνουν συγκεκριμένα αιτήματα. Τα δημόσια χρήματα απαιτούν έλεγχο και λογοδοσία.
Όλα αυτά μπορούν να συζητηθούν αυστηρά. Χωρίς να διασύρεται μια νέα γυναίκα για την οικογένειά της, τις σπουδές της και ένα υποτιθέμενο μέλλον που άλλοι επινόησαν για λογαριασμό της.
Το «παράτα τη σχολή σου» δεν είναι σχέδιο για την παιδεία. Είναι παραίτηση από την υποχρέωση να βρεθεί λύση.
Και όταν αυτή η παραίτηση συνοδεύεται από περιφρόνηση για εκείνον που δυσκολεύεται, δεν αποκτά μεγαλύτερη αξία επειδή αυτοαποκαλείται ρεαλισμός. Απλώς λέει πιο καθαρά ποιον θεωρεί αναλώσιμο.

