Το μεγάλο πρόβλημα δεν είναι μόνο τι γίνεται σήμερα με τα αποθεματικά των Ταμείων. Είναι τι θα γίνει αύριο με τις ίδιες τις συντάξεις.
Γιατί, αν συνεχιστεί αυτή η λογική, δεν μιλάμε απλώς για μειωμένες συντάξεις. Μιλάμε για μια γενιά εργαζομένων που πληρώνει εισφορές χωρίς να γνωρίζει αν θα πάρει ποτέ πραγματική σύνταξη. Μιλάμε για νέους ανθρώπους που βλέπουν την ασφάλιση όχι ως εγγύηση, αλλά ως υποχρεωτικό χαράτσι. Μιλάμε για συνταξιούχους που αναγκάζονται να ξαναβγούν στην αγορά εργασίας, όχι από επιλογή, αλλά επειδή η σύνταξη δεν φτάνει ούτε για τα βασικά.
Αυτή είναι η ωμή αλήθεια: δεν μας βλέπω με συντάξεις. Μας βλέπω με επιδόματα φτώχειας, με προσωπικές διαφορές, με προσωρινά βοηθήματα, με ανθρώπους 70 ετών να δουλεύουν για να πληρώνουν ρεύμα, φάρμακα και σούπερ μάρκετ.
Και την ίδια στιγμή, τα αποθεματικά που δημιουργήθηκαν από τις κρατήσεις των εργαζομένων χρησιμοποιούνται ως εργαλείο κρατικής ρευστότητας. Δηλαδή ο εργαζόμενος πληρώνει σήμερα, ο συνταξιούχος στενάζει σήμερα, και το κράτος δανείζεται από τα Ταμεία για να εμφανίζει καλύτερη εικόνα στους αριθμούς.
Αυτό δεν είναι ασφαλιστικό σύστημα. Είναι ανακύκλωση της ανασφάλειας.
Η σύνταξη δεν είναι χάρη. Δεν είναι φιλοδώρημα. Δεν είναι επίδομα που δίνει η εκάστοτε κυβέρνηση όταν «υπάρχει δημοσιονομικός χώρος». Είναι δικαίωμα που χτίστηκε με εισφορές, εργασία, κόπο και δεκαετίες παραγωγής.
Αν λοιπόν τα Ταμεία έχουν αυξημένα έσοδα, η συζήτηση πρέπει να είναι καθαρή: ή θα στηριχθούν πραγματικά οι σημερινοί συνταξιούχοι ή θα μειωθούν οι εισφορές για να ανασάνουν εργαζόμενοι και επιχειρήσεις. Αυτό που δεν μπορεί να συνεχιστεί είναι να πληρώνουν όλοι περισσότερα και στο τέλος να μη νιώθει κανείς ασφαλής.
Γιατί στο τέλος, το ασφαλιστικό δεν θα καταρρεύσει μόνο από αριθμούς. Θα καταρρεύσει πρώτα από έλλειψη εμπιστοσύνης.
Και αυτή η εμπιστοσύνη έχει ήδη ραγίσει.


