Ούτε ένας μήνας δεν έχει περάσει από την ανακοίνωση του κινήματος και ήδη στήθηκε το γνωστό ελληνικό δικαστήριο του καναπέ:
«Γιατί η Καρυστιανού δεν έκανε αυτό;»
«Γιατί δεν είπε εκείνο;»
«Γιατί επέτρεψε στον τάδε να εκφραστεί έτσι;»
«Γιατί δεν συγκρούεται τώρα με τις τράπεζες, την ευρωπαϊκή ηγεσία, τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα;»
«Γιατί αργεί να οργανώσει το κίνημα;»
Οι απαιτήσεις είναι πολλές. Το θάρρος, όμως, εκείνων που τις διατυπώνουν συνήθως ελάχιστο.
Την εγκαλούν άνθρωποι που στέκονται πειθήνια στην ουρά για να πληρώσουν τον ΕΝΦΙΑ. Που φοβούνται ακόμη και να κάνουν ένα «like» σε μια αντισυστημική δημοσίευση, μήπως δυσαρεστήσουν τον τοπικό βουλευτή, τον κομματάρχη ή τον παράγοντα από τον οποίο ίσως χρειαστούν κάποτε κάποιο ρουσφέτι.
Άνθρωποι που αποδέχονται αδιαμαρτύρητα κάθε κυβερνητική εντολή, κάθε «σύσταση ειδικών», κάθε νέα επιβάρυνση και κάθε περιορισμό. Που δεν διακινδυνεύουν ούτε το ελάχιστο από την προσωπική τους βολή, αλλά απαιτούν από έναν άλλον άνθρωπο να συγκρουστεί ταυτόχρονα με ολόκληρο το πολιτικό, οικονομικό και μιντιακό σύστημα.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν ξεκίνησε ως επαγγελματίας πολιτικός. Δεν αναζητούσε αξιώματα, κομματικούς μηχανισμούς ή δημόσια προβολή. Ήταν μητέρα και γιατρός. Θα προτιμούσε να συνεχίσει τη ζωή της, να εργάζεται και να βλέπει το παιδί της να μεγαλώνει.
Αντί γι’ αυτό, βρέθηκε αντιμέτωπη με την απώλεια της κόρης της στο έγκλημα των Τεμπών και με έναν κρατικό μηχανισμό που, σύμφωνα με όσα η ίδια και οι συγγενείς των θυμάτων έχουν επανειλημμένα καταγγείλει, επιχείρησε να θολώσει τις ευθύνες, να υποβαθμίσει κρίσιμα στοιχεία και να εξαντλήσει όσους ζητούσαν απαντήσεις.
Λοιδορήθηκε. Στοχοποιήθηκε. Αμφισβητήθηκε. Δέχθηκε προσωπικές και πολιτικές επιθέσεις. Και όμως δεν επέλεξε τη σιωπή.
Αυτό ακριβώς είναι που ενοχλεί περισσότερο.
Δεν ενοχλεί πραγματικά ότι δεν έχει ακόμη παρουσιάσει ένα πλήρες πρόγραμμα εκατοντάδων σελίδων. Δεν ενοχλεί ότι ένα νέο κίνημα χρειάζεται χρόνο για να αποκτήσει οργανωτική δομή, όργανα, καταστατικό και στελέχη. Δεν ενοχλεί καν το τι λέει.
Ενοχλεί ότι δεν προσκύνησε.
Ενοχλεί ότι ένας άνθρωπος χωρίς κομματική προϋπηρεσία τόλμησε να αμφισβητήσει ένα σύστημα που πολλοί θεωρούν παντοδύναμο. Ενοχλεί ότι δεν αρκέστηκε σε μια αποζημίωση, σε μια χειραψία ή σε μια δήλωση «συμπαράστασης». Ενοχλεί ότι απαίτησε δικαιοσύνη και συνέχισε να την απαιτεί όταν οι προβολείς χαμήλωσαν.
Και τότε εμφανίστηκαν οι αιώνιοι απαιτητικοί υπήκοοι.
Εκείνοι που δεν αντιστάθηκαν ποτέ σε τίποτε, αλλά απαιτούν από την Καρυστιανού να τα βάλει μέσα σε λίγες εβδομάδες με τους τραπεζίτες, τις Βρυξέλλες, τους ολιγάρχες, τα κόμματα, τα μέσα ενημέρωσης και τους κρατικούς μηχανισμούς.
Όσα δεν τολμήσατε να κάνετε εσείς επί δεκαετίες, απαιτείτε να τα κάνει εκείνη μέσα σε έναν μήνα.
Και αν δεν τα κάνει ακριβώς όπως τα φανταστήκατε, είστε έτοιμοι να την καταδικάσετε.
Αυτό δεν είναι αυστηρή πολιτική κριτική. Είναι η παλιά νοοτροπία του ραγιά που, επειδή ο ίδιος συμβιβάστηκε, μισεί όποιον αρνήθηκε να συμβιβαστεί. Είναι η εκδίκηση της μετριότητας απέναντι σε εκείνον που τόλμησε να σηκώσει το κεφάλι.
Η Καρυστιανού ασφαλώς πρέπει να κριθεί πολιτικά. Πρέπει να παρουσιάσει σαφείς θέσεις, σοβαρή οργάνωση, αξιόπιστα πρόσωπα και συγκεκριμένες προτάσεις. Κανείς δεν δικαιούται λευκή επιταγή. Άλλο όμως η αυστηρή και καλόπιστη κριτική και άλλο η ανθρωποφαγία, η βιασύνη και η απαίτηση να δημιουργηθεί μέσα σε λίγες ημέρες ένας άψογος πολιτικός οργανισμός.
Κανένα πραγματικά νέο κίνημα δεν οικοδομείται με μαγικά. Χρειάζεται χρόνο, συμμετοχή και πολίτες που δεν θα περιμένουν ακόμη έναν «σωτήρα», αλλά θα αναλάβουν και οι ίδιοι ευθύνη.
Γιατί η Δημοκρατία δεν είναι υπηρεσία παράδοσης κατ’ οίκον. Δεν παραγγέλνεις αντίσταση από τον καναπέ και δεν απαιτείς από έναν άλλον να διακινδυνεύσει όσα εσύ δεν τόλμησες ποτέ να διακινδυνεύσεις.
Συνεχίστε, λοιπόν, να περιμένετε σωτήρες. Συνεχίστε να υπακούτε, να φοβάστε, να ψιθυρίζετε και να υπολογίζετε ποιον κομματάρχη μπορεί να ενοχλήσει η κάθε σας λέξη.
Αλλά τουλάχιστον μη λιθοβολείτε εκείνους που αρνήθηκαν να γονατίσουν.
Γιατί τελικά δεν σας εξοργίζει ότι η Μαρία Καρυστιανού δεν έκανε ακόμη όσα απαιτείτε.
Σας εξοργίζει ότι έκανε ήδη αυτό που εσείς δεν τολμήσατε: δεν προσκύνησε.

