Πηγή: Νίκος Καρδούλας
Μια νέα εκτίμηση ψήφου και κατανομής εδρών στη Βουλή, βασισμένη στον μέσο όρο δέκα δημοσκοπήσεων του Μαΐου 2026, παρουσιάζει ο Νίκος Καρδούλας, ανοίγοντας ξανά τη συζήτηση για το μεγάλο πολιτικό ερώτημα της επόμενης μέρας: μπορεί να σχηματιστεί κυβέρνηση ή οδηγούμαστε σε ένα σκηνικό σκληρής ακυβερνησίας και πολιτικών παζαριών;
Σύμφωνα με την ανάρτηση του Νίκου Καρδούλα, για την εκτίμηση ελήφθησαν υπόψη οι δέκα δημοσκοπήσεις των εταιρειών Alco, GPO, Interview, Opinion Poll, Marc, Metron Analysis, MRB, Prorata, Pulse και Real Polls, ενώ η αναγωγή των αναποφάσιστων έγινε με το μαθηματικό μοντέλο που ο ίδιος χρησιμοποιεί.
Το πρώτο και ίσως πιο ηχηρό συμπέρασμα δεν βρίσκεται μόνο στα ποσοστά. Βρίσκεται στην ίδια την πολιτική αριθμητική. Η Βουλή που προκύπτει από τα δύο σενάρια που εξετάζονται μοιάζει περισσότερο με σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες παρά με καθαρό αποτέλεσμα που δίνει σταθερή κυβερνητική λύση.
Ο ίδιος εξετάζει δύο σενάρια. Το πρώτο αφορά τα υπάρχοντα κόμματα. Το δεύτερο προσθέτει στην πολιτική εξίσωση και ένα δυνητικό κόμμα Σαμαρά. Και στις δύο περιπτώσεις, το συμπέρασμα είναι ξεκάθαρο: η αυτοδυναμία δεν φαίνεται στον ορίζοντα και ο σχηματισμός κυβέρνησης μετατρέπεται σε δύσκολη, εύθραυστη και πολιτικά φορτισμένη άσκηση ισορροπιών.
Στο πρώτο σενάριο, σύμφωνα με την εκτίμηση του Νίκου Καρδούλα, θα μπορούσε να σχηματιστεί κυβέρνηση με συνεργασία ΝΔ και ΕΛΑΣ, με συνολικά 154 έδρες. Δηλαδή μια οριακή πλειοψηφία, η οποία αριθμητικά μπορεί να στέκεται, πολιτικά όμως θα άνοιγε τεράστια συζήτηση.
Γιατί άλλο πράγμα είναι να βγαίνουν οι έδρες στο χαρτί και άλλο να μπορεί να σταθεί μια κυβέρνηση στην κοινωνία, μέσα σε ένα περιβάλλον δυσπιστίας, απογοήτευσης και πολιτικής κόπωσης.
Εάν η συγκεκριμένη συνεργασία δεν επιτευχθεί, τότε –σύμφωνα με το ίδιο σενάριο– θα απαιτηθεί συνεργασία τριών κομμάτων. Δηλαδή ΝΔ με ΠΑΣΟΚ και ΕΛΠΙΔΑ, ή ΝΔ με ΠΑΣΟΚ και ένα μικρότερο κόμμα, ή ΝΔ με ΕΛΠΙΔΑ και ένα ακόμη μικρότερο κόμμα.
Με απλά λόγια, το πολιτικό σύστημα δεν φαίνεται να οδηγείται σε καθαρή εντολή. Φαίνεται να οδηγείται σε διαπραγματεύσεις πίσω από κλειστές πόρτες, σε δύσκολες συνεννοήσεις, σε προγραμματικές συμφωνίες ανάγκης και σε κυβερνήσεις που θα κριθούν από την πρώτη κιόλας ημέρα.
Στο δεύτερο σενάριο, όπου προστίθεται και το δυνητικό κόμμα Σαμαρά, η εξίσωση γίνεται ακόμη δυσκολότερη. Εκεί, σύμφωνα με την εκτίμηση, η ΝΔ θα χρειαζόταν συνεργασία με δύο από τα εξής τρία κόμματα: ΕΛΑΣ, ΠΑΣΟΚ και ΕΛΠΙΔΑ. Μια τέτοια συνεργασία θα μπορούσε αριθμητικά να δώσει από 162 έως 175 έδρες.
Όμως και εδώ υπάρχει το ίδιο πρόβλημα: οι αριθμοί μπορεί να βγαίνουν, αλλά η πολιτική συνοχή δεν είναι δεδομένη. Δεν αρκεί να προσθέτεις κόμματα για να φτιάξεις κυβέρνηση. Χρειάζεται κοινή κατεύθυνση, κοινό πρόγραμμα, κοινή αντοχή και κυρίως εμπιστοσύνη από την κοινωνία.
Και αυτή η εμπιστοσύνη είναι σήμερα το μεγάλο ζητούμενο.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι το ενδεχόμενο που αναφέρεται στην ανάρτηση, σύμφωνα με το οποίο, αν η ΝΔ έδινε τη διερευνητική εντολή στην ΕΛΑΣ, θα μπορούσε αριθμητικά –αλλά πολύ δύσκολα πολιτικά– να σχηματιστεί κυβέρνηση τεσσάρων κομμάτων: ΕΛΑΣ, ΠΑΣΟΚ, ΕΛΠΙΔΑ και Ελληνική Λύση, με 151 έδρες.
Εδώ μιλάμε για πολιτικό ακροβατισμό. Μιλάμε για μια κυβέρνηση που θα στεκόταν οριακά στον αριθμό, αλλά θα είχε μπροστά της τεράστιο πρόβλημα πολιτικής συνεννόησης, προγραμματικής συνοχής και κοινωνικής αποδοχής.
Αυτό είναι το πραγματικό μήνυμα της εκτίμησης. Όχι απλώς ποιο κόμμα παίρνει πόσες έδρες. Αλλά ότι η χώρα μπορεί να βρεθεί μπροστά σε μια Βουλή όπου σχεδόν όλα θα είναι ανοιχτά και τίποτα δεν θα είναι εύκολο.
Το πολιτικό σκηνικό δείχνει κατακερματισμένο. Η ΝΔ μπορεί να παραμένει βασικός παίκτης, αλλά δεν εμφανίζεται πανίσχυρη. Το ΠΑΣΟΚ μπορεί να διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή, αλλά δεν έχει ακόμη επιβάλει εικόνα καθαρής εναλλακτικής εξουσίας. Τα νέα ή δυνητικά σχήματα πιέζουν το σύστημα, όμως μένει να φανεί αν μπορούν να μετατρέψουν τη διαμαρτυρία σε κυβερνητική πρόταση.
Και μέσα σε όλα αυτά, οι πολίτες εμφανίζονται βαθιά δύσπιστοι απέναντι στις ίδιες τις δημοσκοπήσεις. Σύμφωνα με την αναφορά του Νίκου Καρδούλα, σε πρόσφατη δημοσκόπησή του το 79% των πολιτών δηλώνει ότι εμπιστεύεται λίγο ή καθόλου τις δημοσκοπήσεις.
Αυτό από μόνο του λέει πολλά. Οι πολίτες δεν εμπιστεύονται εύκολα τις μετρήσεις, δεν εμπιστεύονται εύκολα τα κόμματα, δεν εμπιστεύονται εύκολα τις υποσχέσεις. Και όταν η εμπιστοσύνη υποχωρεί, τότε η πολιτική σταθερότητα γίνεται ακόμη πιο δύσκολη υπόθεση.
Το μεγάλο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο ποιος θα είναι πρώτος. Είναι τι θα μπορεί να κάνει ο πρώτος. Με ποιους θα κυβερνήσει; Με ποιο πρόγραμμα; Με ποια κοινωνική νομιμοποίηση; Με ποιες υποχωρήσεις; Και με ποιο τίμημα;
Διότι μια κυβέρνηση μπορεί να σχηματιστεί αριθμητικά με 151, 154 ή 162 έδρες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα είναι και πολιτικά ισχυρή. Η αριθμητική πλειοψηφία δεν ταυτίζεται πάντα με την πραγματική πολιτική κυριαρχία.
Η χώρα δεν χρειάζεται απλώς μια κυβέρνηση που να βγαίνει από το κομπιουτεράκι. Χρειάζεται κυβέρνηση που να μπορεί να σταθεί, να αποφασίσει, να αναλάβει ευθύνη και να πείσει την κοινωνία ότι υπάρχει σχέδιο.
Γιατί αν η επόμενη μέρα στηριχθεί μόνο σε αναγκαστικές συγκολλήσεις, τότε το πρόβλημα δεν θα λυθεί. Θα μεταφερθεί μέσα στην κυβέρνηση. Και τότε κάθε νομοσχέδιο, κάθε κρίσιμη απόφαση, κάθε κοινωνική πίεση, κάθε εσωτερική διαφωνία θα μπορεί να μετατρέπεται σε απειλή αποσταθεροποίησης.
Οι εκλογές, όποτε κι αν γίνουν, δεν θα κρίνουν μόνο ποιος προηγείται. Θα κρίνουν αν το πολιτικό σύστημα μπορεί να παράξει κυβερνησιμότητα ή αν θα μπει σε έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας.
Και το μήνυμα της εκτίμησης Καρδούλα είναι σαφές: με τα σημερινά δεδομένα, η επόμενη Βουλή δεν δείχνει εύκολη. Δείχνει δύσκολη, σύνθετη και απρόβλεπτη.
Οι πολίτες θα κληθούν να αποφασίσουν. Τα κόμματα θα κληθούν να απαντήσουν. Και η χώρα θα κληθεί να αντέξει μια πολιτική πραγματικότητα όπου οι καθαρές λύσεις λιγοστεύουν και οι δύσκολες συνεργασίες γίνονται σχεδόν αναπόφευκτες.
Το ερώτημα είναι αν αυτές οι συνεργασίες θα γίνουν με πολιτική ειλικρίνεια ή με παζάρι εξουσίας.
Γιατί η δημοκρατία δεν είναι μόνο αριθμοί. Είναι εμπιστοσύνη, καθαρή εντολή και ευθύνη απέναντι στην κοινωνία.
Και αυτή τη στιγμή, η εμπιστοσύνη φαίνεται να είναι το πιο δύσκολο ποσοστό απ’ όλα.


