Στη θεωρία, η χώρα λειτουργεί με κανόνες ελεύθερης αγοράς.
Στην πράξη, όμως, η «αγορά» εμφανίζεται επιλεκτικά — κυρίως όταν πρέπει να αφεθεί απροστάτευτος ο αδύναμος.
Στην ενέργεια, υπάρχουν κατώτατες προστατευόμενες τιμές και ρυθμιστικοί μηχανισμοί.
Στους αυτοκινητόδρομους, το Δημόσιο αποζημιώνει τους παραχωρησιούχους όταν δεν επιτυγχάνονται οι προβλεπόμενες διελεύσεις.
Στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η κιλοβατώρα επιδοτείται και το επενδυτικό ρίσκο περιορίζεται θεσμικά.
Εκεί, το κράτος γνωρίζει καλά ότι η «αγορά» από μόνη της δεν αρκεί.
Όταν όμως η συζήτηση φτάνει στον αγρότη, στον ψαρά, στον κτηνοτρόφο, στον ελεύθερο επαγγελματία, το αφήγημα αλλάζει απότομα.
Τότε, η πολιτεία αποσύρεται και επικαλείται την αυτορρύθμιση της αγοράς — μιας αγοράς όπου οι μικροί είναι απλοί αποδέκτες τιμών, χωρίς διαπραγματευτική δύναμη, χωρίς δίχτυ ασφαλείας, χωρίς χρόνο.
Έτσι διαμορφώνεται ένα παράδοξο σύστημα:
οι μεγάλοι προστατεύονται από την αγορά,
οι μικροί παραδίδονται σε αυτήν.
Αυτό δεν είναι φιλελευθερισμός.
Είναι μια επιλεκτική εκδοχή κρατικού παρεμβατισμού, όπου το ρίσκο κοινωνικοποιείται για τους ισχυρούς και ιδιωτικοποιείται για τους πολλούς.
Και όσο αυτή η αντίφαση βαφτίζεται «κανονικότητα», τόσο η λέξη ελεύθερη αγορά χάνει κάθε πραγματικό της νόημα.

