Αθήνα και Κάιρο συνεχίζουν τις διαβουλεύσεις για διεύρυνση της συμφωνίας του 2020, με φόντο το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Καμία οριστική συμφωνία για τα νέα όρια δεν έχει ακόμη ανακοινωθεί.
Νέα κινητικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο δημιουργεί η απόφαση Ελλάδας και Αιγύπτου να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις για επέκταση της συμφωνίας οριοθέτησης της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Η προοπτική διεύρυνσης προς τα ανατολικά, στην κατεύθυνση της Κύπρου, αναδεικνύει τη σημασία των επαφών για τις θαλάσσιες διεκδικήσεις και τις περιφερειακές ισορροπίες.
Το ζήτημα συζητήθηκε στην τηλεφωνική επικοινωνία που είχαν στις 22 Οκτωβρίου ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης και ο Αιγύπτιος ομόλογός του, Μπαντρ Αμπντελάτι. Οι δύο πλευρές επιβεβαίωσαν τη βούλησή τους να συνεχίσουν τις συνομιλίες, με βάση το Διεθνές Δίκαιο και τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η εξέλιξη έρχεται σε μια περίοδο αναζωπύρωσης της αντιπαράθεσης γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο, μετά την κύρωσή του από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης. Αθήνα και Κάιρο απέρριψαν κατηγορηματικά την κύρωση, διατηρώντας κοινή θέση απέναντι στη συγκεκριμένη διευθέτηση.
Η ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία του Αυγούστου του 2020 αφορά μερική οριοθέτηση. Η πιθανή επέκτασή της θα μπορούσε να καλύψει εκκρεμότητες σε μια θαλάσσια περιοχή ιδιαίτερης στρατηγικής σημασίας, όπου συναντώνται ζητήματα κυριαρχικών δικαιωμάτων, ενεργειακών πόρων και διεθνών συνεργασιών.
Για την Ελλάδα, κεντρικό διακύβευμα αποτελεί η προστασία των θαλάσσιων δικαιωμάτων των νησιών της. Η Αθήνα απορρίπτει το μνημόνιο Τουρκίας–Λιβύης, υποστηρίζοντας ότι παραγνωρίζει αυτά τα δικαιώματα και δεν μπορεί να παράγει αποτελέσματα εις βάρος τρίτων κρατών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι συνομιλίες με την Αίγυπτο αποκτούν ουσιαστικό πολιτικό βάρος. Μια νέα συμφωνία θα μπορούσε να ενισχύσει την ελληνική διπλωματική θέση, προσθέτοντας συγκεκριμένες διμερείς δεσμεύσεις στις ήδη διατυπωμένες αντιρρήσεις απέναντι στις τουρκολιβυκές διεκδικήσεις.
Η Κύπρος βρίσκεται στο ευρύτερο κάδρο αυτών των εξελίξεων. Μια ανατολική επέκταση της οριοθέτησης θα μπορούσε να ενισχύσει τον συντονισμό Αθήνας, Καΐρου και Λευκωσίας σε ζητήματα θαλάσσιας δικαιοδοσίας και ενεργειακής συνεργασίας.
Ωστόσο, η επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής συμφωνίας δεν ισοδυναμεί αυτομάτως με οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Κύπρου. Η ακριβής γεωγραφική έκταση, οι συντεταγμένες και οι επιμέρους ρυθμίσεις παραμένουν αντικείμενα διαπραγμάτευσης. Δεν έχει ανακοινωθεί τελική χάραξη ούτε ολοκληρωμένη νέα συμφωνία.
Για το Κάιρο, οι συζητήσεις συνδέονται με την προάσπιση των δικών του θαλάσσιων συμφερόντων και τη διατήρηση ενός πλαισίου περιφερειακής συνεργασίας. Η σύγκλιση με την Αθήνα δημιουργεί περιθώρια προόδου, χωρίς να καταργεί την ανάγκη διαπραγμάτευσης για κάθε επιμέρους ζήτημα.
Η διπλωματική κινητικότητα έχει σημασία, αλλά η αποτίμησή της θα κριθεί από το αποτέλεσμα. Το επόμενο ουσιαστικό βήμα είναι η μετάβαση από τη βούληση για συνέχιση των επαφών σε συμφωνημένα όρια και συγκεκριμένες δεσμεύσεις.
Στην Ανατολική Μεσόγειο, το βάρος βρίσκεται πλέον στο τι θα συμφωνηθεί και θα υπογραφεί. Μέχρι τότε, η επέκταση της ελληνοαιγυπτιακής οριοθέτησης παραμένει μια σημαντική προοπτική, με ανοιχτό ακόμη περιεχόμενο και κατάληξη.

