Παρέμβαση για τη φτώχεια, το κόστος στέγασης και την αγοραστική δύναμη – Αίτημα λογοδοσίας με βάση τη ζωή των νοικοκυριών
Την απόσταση ανάμεσα στην επικοινωνιακή προβολή της οικονομικής πολιτικής και στην καθημερινότητα των νοικοκυριών θέτει στο επίκεντρο ενημερωτική κάρτα που φέρει το όνομα «Ελπίδα για τη Δημοκρατία», το όνομα της Μαρίας Καρυστιανού και την ένδειξη «Συντονισμός Οικονομικής Πολιτικής».
Με κεντρικό σύνθημα τη φορολογική δικαιοσύνη και την ενίσχυση της κοινωνίας, η παρέμβαση ζητά η κυβέρνηση να αξιολογείται με βάση τα συνολικά κοινωνικά αποτελέσματα. Το ερώτημα που θέτει είναι συγκεκριμένο: πόσο βελτιώνεται η ζωή του πολίτη, όταν πρέπει να πληρώσει το σπίτι του, να εξασφαλίσει θέρμανση και να καλύψει τις βασικές του ανάγκες;
Η κάρτα επικαλείται στοιχεία της Eurostat για το 2025 και παρουσιάζει πέντε δείκτες. Τα ποσοστά και οι συγκρίσεις που ακολουθούν αποδίδονται στο συγκεκριμένο υλικό, καθώς δεν κατέστη δυνατή η ανεξάρτητη διασταύρωσή τους με τους αντίστοιχους στατιστικούς πίνακες.
Στον κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού αναφέρει ποσοστό 27,5% για την Ελλάδα, έναντι 20,9% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Πρόκειται για διαφορά 6,6 ποσοστιαίων μονάδων, με την κάρτα να κατατάσσει τη χώρα στη δεύτερη υψηλότερη θέση της ΕΕ.
Για τη σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση παραθέτει ποσοστό 14,9%, το οποίο χαρακτηρίζει τρίτο υψηλότερο στην Ένωση. Η αναφορά αυτή μεταφέρει τη συζήτηση στις βασικές ανάγκες και στις δυνατότητες συμμετοχής στην κοινωνική ζωή.
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται στη στέγαση. Η υπερβολική επιβάρυνση από το κόστος κατοικίας εμφανίζεται στο 26,4% για την Ελλάδα, έναντι 7,7% στην ΕΕ. Με βάση αυτά τα ποσοστά, η ελληνική επίδοση είναι υπερτριπλάσια του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Η κάρτα την παρουσιάζει ως την υψηλότερη στην Ένωση.
Στην αδυναμία επαρκούς θέρμανσης της κατοικίας αναγράφεται 18,1% για την Ελλάδα και 8,8% για την ΕΕ. Και εδώ αποδίδεται στη χώρα η δυσμενέστερη επίδοση. Το πολιτικό ερώτημα αφορά την πρόσβαση σε μια στοιχειώδη συνθήκη αξιοπρεπούς διαβίωσης: ένα σπίτι που μπορεί να παραμένει ζεστό.
Τέλος, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης παρουσιάζεται στο 68% του μέσου όρου της ΕΕ, με την κάρτα να τοποθετεί την Ελλάδα στην τελευταία θέση μαζί με τη Βουλγαρία. Ο συγκεκριμένος δείκτης αφορά το κατά κεφαλήν οικονομικό προϊόν σε συγκρίσιμους όρους τιμών· δεν ταυτίζεται με τον μισθό ή το διαθέσιμο εισόδημα κάθε πολίτη.
Το αίτημα που προκύπτει από την παρέμβαση είναι σαφές: λογοδοσία για το αποτέλεσμα της οικονομικής πολιτικής στην κοινωνία. Οι επιλεγμένες προσωπικές ιστορίες επιτυχίας δεν επαρκούν για να περιγράψουν τις συνθήκες διαβίωσης του συνόλου.
Η κυβέρνηση καλείται να απαντήσει με συγκεκριμένα και ελέγξιμα αποτελέσματα για τη φτώχεια, τη στέγαση και την κάλυψη βασικών αναγκών. Εκεί αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο και η συζήτηση για τη φορολογική δικαιοσύνη: στο ποιος σηκώνει τα βάρη και στο κατά πόσο η δημόσια πολιτική βελτιώνει τη ζωή εκείνων που πιέζονται περισσότερο.
Η οικονομική πολιτική περνά την πιο απαιτητική δοκιμασία μέσα στο σπίτι του πολίτη. Στο ενοίκιο, στη θέρμανση και στα χρήματα που απομένουν για να βγει ο μήνας.

