Από το 2019 έως το 2025, η Ελλάδα εμφανίζει ανάπτυξη. Όμως πίσω από τους πανηγυρισμούς κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα: τα φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν σχεδόν όσο και το πραγματικό ΑΕΠ, ενώ ο ΦΠΑ εκτοξεύθηκε κατά σχεδόν 10 δισ. ευρώ.
Η κυβέρνηση μιλά για ανάπτυξη. Οι αριθμοί, όμως, λένε κάτι πολύ πιο βαρύ: η χώρα δεν παράγει απλώς περισσότερο· το κράτος εισπράττει πολύ περισσότερο. Και αυτό δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι η καρδιά του προβλήματος.
Το 2019, τα φορολογικά έσοδα του κρατικού προϋπολογισμού ανέρχονταν σε 51,415 δισ. ευρώ, ενώ τα έσοδα από ΦΠΑ ήταν 17,792 δισ. ευρώ. Το 2025, οι φόροι ανέβηκαν στα 71,909 δισ. ευρώ, ενώ ο ΦΠΑ έφτασε τα 27,775 δισ. ευρώ. Δηλαδή, μέσα σε έξι χρόνια, οι φόροι αυξήθηκαν κατά περίπου 20,5 δισ. ευρώ και ο ΦΠΑ κατά σχεδόν 10 δισ. ευρώ.
Αυτό είναι το πραγματικό οικονομικό θαύμα που δεν λέγεται στα δελτία ειδήσεων: όχι η παραγωγική αναγέννηση της χώρας, αλλά η φορολογική αφαίμαξη της κοινωνίας. Το κράτος δεν έγινε ελαφρύτερο. Έγινε βαρύτερο. Δεν άφησε περισσότερο χώρο στην οικονομία. Πήρε μεγαλύτερο κομμάτι από κάθε συναλλαγή, από κάθε λογαριασμό, από κάθε καλάθι του νοικοκυριού.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική αν δει κανείς το ΑΕΠ. Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε για το 2025 ΑΕΠ σε όρους όγκου 204,4 δισ. ευρώ, ενώ σε τρέχουσες τιμές το ΑΕΠ ανήλθε σε 248,4 δισ. ευρώ. Το 2020, η ίδια στατιστική βάση εμφάνιζε το ΑΕΠ σε όρους όγκου το 2019 στα 183,6 δισ. ευρώ. Άρα η πραγματική αύξηση της οικονομίας από το 2019 έως το 2025 κινείται περίπου στα 20,8 δισ. ευρώ.
Και εδώ βρίσκεται η πολιτική βόμβα: όσο περίπου αυξήθηκε το πραγματικό ΑΕΠ, τόσο περίπου αυξήθηκαν και οι φόροι. Η οικονομία μεγάλωσε, αλλά το κράτος έσπευσε να αρπάξει σχεδόν όλη την πρόσθετη αξία σε φορολογικά έσοδα.
Ο ΦΠΑ είναι το πιο άγριο σημείο αυτής της ιστορίας. Δεν είναι φόρος πλουσίων. Δεν είναι φόρος μεγάλης περιουσίας. Είναι φόρος καθημερινότητας. Τον πληρώνει ο εργαζόμενος στο σούπερ μάρκετ. Ο συνταξιούχος στον λογαριασμό. Η οικογένεια στο καύσιμο, στο ρεύμα, στο ψωμί, στο γάλα, στην υπηρεσία, στην επισκευή. Όσο ανεβαίνουν οι τιμές, ανεβαίνει και το ποσό του ΦΠΑ που εισπράττει το κράτος. Έτσι ο πληθωρισμός έγινε ο πιο βολικός φοροεισπρακτικός μηχανισμός.
Αυτό δεν είναι ουδέτερη δημοσιονομική διαχείριση. Είναι έμμεση υπερφορολόγηση μέσω ακρίβειας. Ο πολίτης πληρώνει ακριβότερα και το κράτος εισπράττει περισσότερα χωρίς να χρειαστεί να ανακοινώσει νέους φόρους. Η ακρίβεια γίνεται πολιτικό εργαλείο. Ο πληθωρισμός γίνεται σιωπηρή αύξηση φόρων.
Την ίδια ώρα, το κράτος εμφανίζει πλεονάσματα και πανηγυρίζει. Για το 2025, το πρωτογενές αποτέλεσμα σε τροποποιημένη ταμειακή βάση εμφανίστηκε σε πλεόνασμα 8,089 δισ. ευρώ, πάνω από τον στόχο των 5,327 δισ. ευρώ. Όμως ένα πλεόνασμα που χτίζεται πάνω στην εξάντληση των νοικοκυριών δεν είναι επιτυχία. Είναι μεταφορά βάρους από την κοινωνία στο κράτος.
Το πολιτικό συμπέρασμα είναι βαρύ: η κυβέρνηση που διαφημίζει τη μείωση φόρων κυβερνά πάνω σε μια πρωτοφανή αύξηση φορολογικών εισπράξεων. Άλλο η ονομαστική μείωση κάποιων συντελεστών και άλλο το τελικό ποσό που βγαίνει από την τσέπη των πολιτών. Και το τελικό ποσό είναι αμείλικτο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη λογιστική ευημερία. Δεν χρειάζεται άλλα πανηγύρια για δείκτες που δεν φτάνουν στο τραπέζι του πολίτη. Χρειάζεται πραγματική ανάσα: μείωση έμμεσων φόρων, έλεγχο της ακρίβειας, διαφάνεια στη χρήση των ταμειακών διαθεσίμων και ένα κράτος που δεν αντιμετωπίζει την κοινωνία ως μόνιμο φορολογικό υποζύγιο.
Γιατί όταν η ανάπτυξη μετατρέπεται σε φόρους, όταν ο ΦΠΑ φουσκώνει μαζί με την ακρίβεια και όταν τα πλεονάσματα γράφονται πάνω στην καθημερινή πίεση των πολιτών, τότε δεν μιλάμε για οικονομικό θαύμα.
Μιλάμε για μια χώρα όπου οι αριθμοί ευημερούν — και οι πολίτες ματώνουν.

