Η πρόταση Τζήμερου δεν σκοτώνει τον λαϊκισμό. Ανοίγει την πόρτα σε έναν επικίνδυνο τεχνοκρατικό αποκλεισμό της πολιτικής.
Ο Θάνος Τζήμερος επιχειρεί να εμφανίσει ως «θεραπεία» του λαϊκισμού μια πρόταση που στην ουσία αλλάζει τους όρους της δημοκρατικής συμμετοχής. Ζητά από τα κόμματα να καταθέτουν νομοσχέδια πριν διεκδικήσουν την ψήφο του λαού, αλλιώς να περιορίζονται, να τιμωρούνται ή να αποκλείονται πολιτικά.
Μόνο που εδώ υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα: η Δημοκρατία δεν είναι τεχνικός διαγωνισμός, οι πολίτες δεν είναι επιτροπή ανάθεσης έργου και η πολιτική δεν μπορεί να φυλακιστεί σε δέκα νομοσχέδια προτού καν μιλήσει η κοινωνία.
Το έξυπνο παράδειγμα κρύβει μια επικίνδυνη απλούστευση
Η σύγκριση με το Μουσείο της Ακρόπολης είναι εντυπωσιακή ως ρητορικό εύρημα. Αλλά πολιτικά είναι παραπλανητική.
Ένα μουσείο έχει προδιαγραφές. Έχει στατικά, κόστος, υλικά, χρονοδιάγραμμα, τεχνικές λύσεις. Η πολιτική, όμως, δεν είναι εργολαβία. Είναι σύγκρουση αξιών, προτεραιοτήτων, κοινωνικών αναγκών, διεθνών πιέσεων, οικονομικών περιορισμών και απρόβλεπτων κρίσεων.
Άλλο πράγμα να ζητάς από έναν μηχανικό μελέτη για ένα κτίριο και άλλο να απαιτείς από ένα πολιτικό κόμμα να έχει προνομοθετήσει όλο το πεδίο της διακυβέρνησης πριν από την εκλογική διαδικασία.
Γιατί η πολιτική δεν είναι μόνο το «πώς». Είναι και το «για ποιον».
Δεν είναι μόνο τεχνική επάρκεια. Είναι και κοινωνική εντολή.
Δεν είναι μόνο νομοτεχνική διατύπωση. Είναι και δημοκρατική νομιμοποίηση.
Ο λαϊκισμός πράγματι τρέφεται από την ασάφεια. Αλλά η απάντηση στην ασάφεια δεν είναι να βάλεις φίλτρο εισόδου στη λαϊκή εκπροσώπηση. Η απάντηση είναι διαφάνεια, κοστολόγηση, δημόσιος έλεγχος, θεσμική λογοδοσία και σοβαρή δημοσιογραφία.
Όχι προληπτικό πολιτικό «τεστ νομιμοφροσύνης».
Ποιος θα αποφασίζει ποιος είναι «σοβαρός»;
Εδώ βρίσκεται η καρδιά του προβλήματος.
Αν ένα κόμμα πρέπει να καταθέτει νομοσχέδια για να συμμετέχει ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο, τότε ποιος θα έχει το δικαίωμα να κρίνει αν είναι επαρκές; Η Νομοπαρασκευαστική Επιτροπή; Το Γενικό Λογιστήριο; Ο Άρειος Πάγος; Μια τεχνική γραφειοκρατία;
Και αν ένα κόμμα έχει ριζοσπαστικό πρόγραμμα;
Αν θέλει συνταγματική αλλαγή;
Αν θέλει ριζική μεταρρύθμιση του κράτους;
Αν εκφράζει κοινωνική διαμαρτυρία και όχι κυβερνητική ετοιμότητα;
Αν είναι νέο κόμμα χωρίς πρόσβαση σε στρατούς νομικών, τεχνοκρατών και πρώην υπουργικών συμβούλων;
Θα του πούμε: «Δεν έχεις πλήρη νομοσχέδια, άρα μίλα λιγότερο»;
Αυτό δεν είναι μάχη κατά του λαϊκισμού. Είναι θεσμική ταξινόμηση της πολιτικής σε «επαγγελματίες» και «ανεπιθύμητους».
Και εδώ αρχίζει η ολισθηρή πλαγιά. Διότι όποιος ελέγχει τα προαπαιτούμενα συμμετοχής, ελέγχει έμμεσα και το πολιτικό παιχνίδι.
Το κράτος δικαίου δεν προστατεύεται με φίμωση
Η πρόταση ότι τα κόμματα δεν θα μπορούν να μιλούν δημόσια για θέματα για τα οποία δεν έχουν καταθέσει νομοσχέδια είναι η πιο προβληματική πλευρά της συλλογιστικής.
Δηλαδή ένα κόμμα που δεν έχει καταθέσει νομοσχέδιο για την υγεία δεν θα μπορεί να μιλήσει για νοσοκομεία;
Ένα κόμμα που δεν έχει καταθέσει νομοσχέδιο για την εξωτερική πολιτική δεν θα μπορεί να σχολιάσει μια ελληνοτουρκική κρίση;
Ένα κόμμα που δεν έχει νομοσχέδιο για την ακρίβεια δεν θα μπορεί να μιλήσει για την τιμή του ρεύματος;
Αυτό δεν είναι αντιλαϊκισμός. Είναι προληπτικός περιορισμός του πολιτικού λόγου.
Η Δημοκρατία δεν φοβάται την ανοησία. Την εκθέτει.
Δεν απαγορεύει την υπερβολή. Την αντικρούει.
Δεν εξαφανίζει τον λαϊκισμό με πρόστιμα. Τον αποδυναμώνει με ενημερωμένους πολίτες, θεσμική μνήμη και σκληρό δημόσιο έλεγχο.
Όταν αρχίζεις να λες ποιος επιτρέπεται να μιλήσει, για ποιο θέμα και με ποια προϋπόθεση, δεν θεραπεύεις την πολιτική. Τη διοικητικοποιείς.
Και μια διοικητικοποιημένη δημοκρατία δεν είναι πιο ώριμη δημοκρατία. Είναι πιο φτωχή δημοκρατία.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι τα κόμματα δεν γράφουν νομοσχέδια
Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι τα κόμματα συχνά δεν λογοδοτούν για όσα υπόσχονται.
Άλλο αυτό, όμως, και άλλο να μετατρέψεις την εκλογική διαδικασία σε τεχνική προεξέταση.
Μπορεί και πρέπει να υπάρχει:
Πρώτον, υποχρεωτική κοστολόγηση βασικών προεκλογικών δεσμεύσεων.
Δεύτερον, δημόσια αντιπαραβολή προγραμμάτων από ανεξάρτητους θεσμούς.
Τρίτον, αυστηρή κοινοβουλευτική παρακολούθηση των υποσχέσεων κάθε κυβέρνησης.
Τέταρτον, πολιτικό κόστος για όσους άλλα λένε πριν και άλλα κάνουν μετά.
Πέμπτον, σοβαρή ευθύνη των ΜΜΕ να μη λειτουργούν ως μεγάφωνα συνθημάτων.
Αυτά είναι δημοκρατικές απαντήσεις.
Όχι απαγορεύσεις.
Όχι πρόστιμα πολιτικού λόγου.
Όχι αποκλεισμοί με τεχνικό μανδύα.
Ο λαϊκισμός δεν πεθαίνει όταν στενέψεις τη Δημοκρατία
Η μεγαλύτερη αυταπάτη του άρθρου είναι ότι ο λαϊκισμός μπορεί να πεθάνει με διαδικαστικό στραγγαλισμό.
Δεν πεθαίνει έτσι ο λαϊκισμός.
Ο λαϊκισμός γεννιέται όταν οι πολίτες αισθάνονται ότι το πολιτικό σύστημα τους κοροϊδεύει. Όταν οι υποσχέσεις δίνονται χωρίς συνέπειες. Όταν τα μεγάλα λόγια δεν ελέγχονται. Όταν οι κυβερνήσεις ξεχνούν όσα έλεγαν προεκλογικά. Όταν οι θεσμοί μοιάζουν ισχυροί απέναντι στους αδύναμους και αδύναμοι απέναντι στους ισχυρούς.
Αν θέλεις να χτυπήσεις τον λαϊκισμό, δεν ξεκινάς περιορίζοντας την πολιτική έκφραση. Ξεκινάς αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη.
Με καθαρούς κανόνες.
Με πραγματική διαφάνεια.
Με ανεξάρτητους θεσμούς.
Με πολιτικό κόστος.
Με δημοσιογραφικό έλεγχο.
Με πολίτες που ξέρουν, θυμούνται και συγκρίνουν.
Όχι με μια τεχνοκρατική κλειδαριά στην κάλπη.
Ο Τζήμερος σωστά βλέπει την αρρώστια: την ασάφεια, την ανευθυνότητα, τα ψεύτικα προγράμματα, τα συνθήματα χωρίς αντίκρισμα.
Αλλά προτείνει λάθος φάρμακο.
Γιατί όταν προσπαθείς να σκοτώσεις τον λαϊκισμό περιορίζοντας τη Δημοκρατία, στο τέλος δεν σκοτώνεις τον λαϊκισμό. Του χαρίζεις το καλύτερο επιχείρημα: ότι ένα κλειστό σύστημα φοβάται τη λαϊκή εντολή.
Η Δημοκρατία δεν σώζεται όταν γίνεται προνόμιο των «έτοιμων φακέλων».
Σώζεται όταν ο πολίτης έχει όλα τα στοιχεία για να κρίνει — και όλη την ελευθερία να αποφασίσει.
Ο λαϊκισμός δεν πεθαίνει με λιγότερη πολιτική.
Πεθαίνει με περισσότερη αλήθεια.

