Από τα παγούρια των μαθητών και το φαρμακείο του Καστελλόριζου μέχρι τα μουσεία και τις ιστορικές εφημερίδες, οι «εθνικοί ευεργέτες» καλύπτουν τα κενά ενός κράτους που παραιτείται από τις υποχρεώσεις του.
Στη δεξίωση του Προεδρικού Μεγάρου για την 52η επέτειο αποκατάστασης της Δημοκρατίας, ανάμεσα στους πολιτικούς, στους θεσμικούς εκπροσώπους και στους επίσημους προσκεκλημένους, βρισκόταν και ο εφοπλιστής Πάνος Λασκαρίδης.
Δεν ήταν απλώς μία ακόμη κοσμική παρουσία. Ήταν μια εικόνα με ισχυρό πολιτικό συμβολισμό.
Ο Πάνος Λασκαρίδης είναι μία από τις ισχυρότερες προσωπικότητες της ελληνικής ναυτιλίας. Ο όμιλος συμφερόντων της οικογένειας Λασκαρίδη συνδέεται με τη ΛΑΜΨΑ, στην οποία ανήκουν η «Μεγάλη Βρεταννία» και το «King George». Ίδρυμα της οικογένειας προσέφερε το 2020 περισσότερα από 600.000 παγούρια στους μαθητές των δημοτικών σχολείων, ενώ ο ίδιος έγινε ανάδοχος της πρώτης ελληνικής φρεγάτας Belharra, του «Κίμωνα».
Είναι, όμως, και ο εφοπλιστής που είχε προκαλέσει σάλο το 2021, δηλώνοντας ότι «οι εφοπλιστές έχουν χεσμένο τον πρωθυπουργό», επειδή –όπως υποστήριζε– η ελληνική ναυτιλία δεν έχει ανάγκη ούτε την κυβέρνηση ούτε το αρμόδιο υπουργείο. Μια τοποθέτηση που οδήγησε αργότερα στην παραίτησή του από την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών.
Και όμως, πέντε χρόνια αργότερα, ο ίδιος βρέθηκε στο Προεδρικό Μέγαρο, στη γιορτή της Δημοκρατίας.
Δεν υπάρχει, βεβαίως, τίποτα παράνομο στην παρουσία του. Υπάρχει όμως ένα πολιτικό ερώτημα που δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από τα φώτα, τις χειραψίες και τα χαμόγελα: Ποιος χρειάζεται τελικά ποιον;
Οι εφοπλιστές μπορεί να δηλώνουν ότι δεν χρειάζονται τον πρωθυπουργό. Το κράτος, όμως, εμφανίζεται διαρκώς να χρειάζεται τις δωρεές, τις χορηγίες και την οικονομική τους δύναμη.
Όταν οι εφημερίδες περνούν στους επιχειρηματίες
Η ίδια εικόνα επαναλαμβάνεται και στον χώρο της ενημέρωσης.
Ο Δημήτρης Μελισσανίδης απέκτησε το πλειοψηφικό πακέτο της «Εφημερίδας των Συντακτών», σε μια συμφωνία πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Ο Βαγγέλης Μαρινάκης απέκτησε μέσω πλειστηριασμού, έναντι 8,1 εκατομμυρίων ευρώ, τα εμπορικά σήματα της ιστορικής «Ελευθεροτυπίας», της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας» και του enet.gr.
Μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι με αυτόν τον τρόπο διασώζονται ιστορικοί τίτλοι, θέσεις εργασίας και εκδοτικές υποδομές. Και πράγματι, η οικονομική επιβίωση μιας εφημερίδας δεν είναι μικρό ζήτημα.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν η διάσωση της ενημέρωσης εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από ανθρώπους με τεράστια επιχειρηματικά συμφέροντα σε ναυτιλία, ενέργεια, κατασκευές, αθλητισμό και δημόσιες συμβάσεις.
Διότι μια εφημερίδα δεν είναι ξενοδοχείο, δεξαμενόπλοιο ή ποδοσφαιρική ομάδα. Είναι τμήμα της λειτουργίας της Δημοκρατίας. Και όταν η ενημέρωση συγκεντρώνεται στα χέρια λίγων οικονομικά πανίσχυρων προσώπων, το ζήτημα δεν είναι μόνο εμπορικό. Είναι βαθιά πολιτικό.
Δεν χρειάζεται να αποδείξει κάποιος ότι ένας ιδιοκτήτης τηλεφωνεί κάθε πρωί στον διευθυντή μιας εφημερίδας. Η ίδια η οικονομική εξάρτηση αρκεί για να δημιουργήσει σιωπές, αυτολογοκρισία, προσεκτικές διατυπώσεις και επιλεκτικές ευαισθησίες.
Το φαρμακείο που έπρεπε να είχε ανοίξει το κράτος
Το 2021 το Καστελλόριζο απέκτησε φαρμακείο, με τη συμβολή της ΒΙΑΝΕΞ και του Δημήτρη Γιαννακόπουλου. Παράλληλα προσφέρθηκαν ιατροτεχνολογικός εξοπλισμός και φαρμακευτικές προμήθειες στο Πολυδύναμο Ιατρείο του νησιού.
Η προσφορά ήταν πραγματική και χρήσιμη. Οι κάτοικοι ενός ακριτικού νησιού απέκτησαν πρόσβαση σε μια στοιχειώδη υπηρεσία Υγείας που μέχρι τότε τους έλειπε.
Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: Γιατί χρειάστηκε ένας ιδιώτης για να λειτουργήσει φαρμακείο σε ένα ακριτικό ελληνικό νησί;
Η ευθύνη δεν ανήκει στον δωρητή. Ανήκει στο κράτος που είχε αφήσει το κενό. Γιατί η παροχή φαρμάκων στους κατοίκους του Καστελλόριζου δεν είναι πράξη φιλανθρωπίας. Είναι υποχρέωση της Ελληνικής Δημοκρατίας.
Όταν ο επιχειρηματίας κάνει αυτό που δεν έκανε η κυβέρνηση, δεν αποδεικνύεται μόνο η γενναιοδωρία του. Αποκαλύπτεται πρωτίστως η παραίτηση του κράτους.
Τα μουσεία που αναζητούν «σωτήρες»
Το ίδιο συνέβη και με το Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη στη Μυρτιά της Κρήτης. Το 2014 ο Βαγγέλης Μαρινάκης ανέλαβε να το στηρίξει με 80.000 ευρώ ετησίως επί μία δεκαετία, προκειμένου να συνεχιστεί η λειτουργία του.
Και εδώ η προσφορά ήταν ουσιαστική. Ένα μουσείο αφιερωμένο σε έναν από τους σημαντικότερους Έλληνες συγγραφείς απέφυγε τον οικονομικό στραγγαλισμό.
Αλλά είναι τιμή για την Κρήτη και για την Ελλάδα να εξαρτάται η επιβίωση της πολιτιστικής της μνήμης από την απόφαση ενός εφοπλιστή;
Μια οργανωμένη χώρα δεν περιμένει να εμφανιστεί ένας «σωτήρας» για να διατηρήσει ζωντανό ένα μουσείο, να λειτουργήσει ένα φαρμακείο ή να διασώσει μια εφημερίδα. Τα χρηματοδοτεί, τα προστατεύει και λογοδοτεί στους πολίτες για τη λειτουργία τους.
Οι δωρεές και το ειδικό φορολογικό καθεστώς
Η δημόσια συζήτηση για τους «εθνικούς ευεργέτες» παραμένει μονίμως μισή.
Μας παρουσιάζουν τις δωρεές, αλλά σπανίως συζητούν με την ίδια ένταση για το ειδικό φορολογικό καθεστώς της ναυτιλίας.
Ο Νόμος 27/1975 και η συνταγματική προστασία του άρθρου 107 έχουν διαμορφώσει ένα καθεστώς φορολόγησης των πλοίων που βασίζεται κυρίως στη χωρητικότητά τους και όχι στα πραγματικά επιχειρηματικά κέρδη. Παράλληλα προβλέπονται, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σημαντικές φορολογικές απαλλαγές για εισοδήματα και μερίσματα που προέρχονται από ναυτιλιακή δραστηριότητα.
Η ναυτιλία αποτελεί, αναμφίβολα, σημαντικό πυλώνα της ελληνικής οικονομίας και διεθνή δύναμη της χώρας. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να μετατρέπεται σε απαγόρευση κάθε συζήτησης για τη φορολόγηση, τη διαφάνεια και τη σχέση της με την πολιτική εξουσία.
Δεν γίνεται η κοινωνία να ευγνωμονεί αιωνίως για τις δωρεές, ενώ δεν επιτρέπεται ούτε να ψιθυρίσει μια ερώτηση για τα προνόμια.
Ευγνωμοσύνη χωρίς γονυκλισία
Η Ελλάδα έχει μεγάλη παράδοση ευεργετών. Νοσοκομεία, ιδρύματα, σχολεία, πολιτιστικοί χώροι και σημαντικές δημόσιες υποδομές δημιουργήθηκαν με ιδιωτικές δωρεές.
Αυτό αξίζει αναγνώριση.
Άλλο, όμως, η αναγνώριση και άλλο η πολιτική γονυκλισία.
Άλλο ο επιχειρηματίας που προσφέρει στην κοινωνία και άλλο ένα κράτος που εγκαταλείπει τις υποχρεώσεις του, περιμένοντας από τον επιχειρηματία να καλύψει το κενό. Και άλλο η δωρεά χωρίς αντάλλαγμα από τη δημιουργία μιας μόνιμης σχέσης εξάρτησης, κοινωνικού κύρους και πρόσβασης στα κέντρα αποφάσεων.
Η πραγματική Δημοκρατία δεν μετριέται από τη λαμπρότητα της δεξίωσης του Προεδρικού Μεγάρου. Μετριέται από το εάν ο κάτοικος του Καστελλόριζου έχει φάρμακα χωρίς να περιμένει χορηγό. Από το εάν το Μουσείο Καζαντζάκη επιβιώνει χωρίς να αναζητά «ανάδοχο». Από το εάν μια ιστορική εφημερίδα μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει χωρίς να περνά στην ιδιοκτησία ενός μεγιστάνα.
Οι δωρεές είναι καλοδεχούμενες. Οι δωρητές μπορούν να τιμώνται. Το κράτος, όμως, δεν επιτρέπεται να κρύβει πίσω από τη γενναιοδωρία τους τη δική του ανεπάρκεια.
Γιατί, όπως έγραψε ο Νίκος Γκάτσος:
«Αν η συμφορά συμφέρει, λογάριαζέ τη για πόρνη».
Και όταν η εγκατάλειψη των δημόσιων υποχρεώσεων αρχίζει να συμφέρει τους πάντες –κυβερνήσεις, χορηγούς και επικοινωνιακούς μηχανισμούς– τότε η συμφορά παύει να είναι ατύχημα.
Γίνεται σύστημα.

