Υπάρχουν τελικά περιθώρια συνεργασίας στην Ελλάδα;
Κάθε φορά που το ελληνικό εκλογικό αποτέλεσμα δεν παράγει αυτοδυναμία, το σύστημα αντιδρά με τον ίδιο τρόπο: αναζητά νέες εκλογές. Σπάνια θέτει το άλλο ερώτημα — αν υπάρχουν προγραμματικές συγκλίσεις που θα επέτρεπαν μια σταθερή κυβερνητική σύμπραξη.
Αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία. Είναι το προϊόν μιας βαθιά εδραιωμένης αντίληψης: ότι η συνεργασία ισοδυναμεί με ήττα και η σύνθεση με απώλεια ιδεολογικής καθαρότητας. Και είναι ακριβώς αυτή η αντίληψη που αξίζει να εξεταστεί κριτικά, γιατί δεν αφορά απλώς τη ρητορική των κομμάτων. Αφορά την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας σε μια κοινωνία που πλέον ψηφίζει πολυκομματικά, με πολλαπλά και συχνά αντιφατικά μηνύματα.
Ένα κοινοβουλευτικό σύστημα που σκέφτεται… πλειοψηφικά
Το ελληνικό πολιτικό σύστημα είναι τυπικά κοινοβουλευτικό. Στην πράξη, όμως, λειτουργεί με λογική majoritarian: «όλα ή τίποτα». Η αυτοδυναμία δεν είναι απλώς προτιμώμενη — είναι το μοναδικό «καθαρό» και αποδεκτό αποτέλεσμα. Κάθε άλλη έκβαση αντιμετωπίζεται ως θεσμικό αδιέξοδο που απαιτεί επανεκκίνηση, όχι διαπραγμάτευση.
Οι ιστορικές ρίζες αυτής της αντίληψης είναι σαφείς. Για δεκαετίες, ο δικομματισμός ΝΔ–ΠΑΣΟΚ παρήγαγε σταθερότητα μέσω εναλλαγής, χωρίς να χρειαστεί ποτέ να αναπτυχθεί κουλτούρα διαπραγμάτευσης και συγκυβέρνησης. Όταν η οικονομική κρίση κατέρρευσε αυτό το μοντέλο, το σύστημα αντικατέστησε τον δικομματισμό με κατακερματισμό — αλλά χωρίς τα αντανακλαστικά που απαιτεί ένα κατακερματισμένο πολυκομματικό σύστημα για να λειτουργήσει: δηλαδή, την ικανότητα σύνθεσης.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο: πολλά κόμματα, ελάχιστες πραγματικές συνθέσεις. Υψηλή πόλωση στη ρητορική, χαμηλή πολιτική βούληση για συνεργασία στην πράξη. Και μια δημόσια συζήτηση που εξαντλείται σχεδόν αποκλειστικά στο ερώτημα «θα υπάρξει αυτοδυναμία;» — σπάνια στο ερώτημα «αν δεν υπάρξει, τι;».
Τι δείχνουν τα προγράμματα όταν αφαιρεθεί η ρητορική
Αν η ανάλυση δεν περιοριστεί στις προεκλογικές δηλώσεις και εξεταστούν οι προγραμματικοί άξονες, η εικόνα αλλάζει: οι διαφορές είναι υπαρκτές, αλλά δεν είναι λίγες οι θεματικές ενότητες όπου καταγράφονται συγκλίσεις που, σε άλλες ευρωπαϊκές δημοκρατίες, θα αποτελούσαν αυτονόητη βάση κυβερνητικής διαπραγμάτευσης.
Οικονομία
Στην οικονομία, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ κινούνται και τα δύο σε φιλοευρωπαϊκό πλαίσιο: δημοσιονομική σταθερότητα, προσέλκυση επενδύσεων, ψηφιακός και πράσινος μετασχηματισμός. Οι διαφορές αφορούν κυρίως τις εμφάσεις — η ΝΔ στη μείωση φόρων και στην επιχειρηματικότητα, το ΠΑΣΟΚ στο κοινωνικό κράτος και την αναδιανομή — όχι τον βασικό προσανατολισμό.
Αντίστοιχα, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά συγκλίνουν γύρω από την ενίσχυση της κοινωνικής προστασίας, τις συλλογικές συμβάσεις και τη φορολογική ελάφρυνση χαμηλών και μεσαίων εισοδημάτων.
Εξωτερική πολιτική και άμυνα
Στην εξωτερική πολιτική και την άμυνα, οι συγκλίσεις είναι συχνά μεγαλύτερες απ’ ό,τι η δημόσια συζήτηση αφήνει να φανεί. ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ μοιράζονται τον ευρωπαϊκό και ευρωατλαντικό προσανατολισμό, τη συμμετοχή στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, και την ανάγκη ισχυρής αποτρεπτικής ικανότητας. Οι διαφορές εντοπίζονται περισσότερο στη ρητορική ένταση και στις επιμέρους επιλογές, όχι στον πυρήνα της στρατηγικής κατεύθυνσης. Υπάρχει, με άλλα λόγια, ένα «εθνικό μίνιμουμ» που καμία σοβαρή κοινοβουλευτική δύναμη δεν αμφισβητεί ουσιαστικά.
Μεταναστευτικό
Στο μεταναστευτικό, οι αποκλίσεις είναι πιο καθαρές — αλλά ακόμη κι εδώ υπάρχει κοινός τόπος: η αποδοχή ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει το ζήτημα εκτός ευρωπαϊκού πλαισίου, είτε ως προς τις ροές είτε ως προς την ευθύνη φύλαξης συνόρων και την κατανομή βαρών.
Παιδεία
Στην παιδεία, η κύρια τομή αφορά τον ρόλο των μη κρατικών πανεπιστημίων. Όμως σε ζητήματα αξιολόγησης, ψηφιακού εκσυγχρονισμού, διοικητικής λειτουργικότητας και σύνδεσης σπουδών με την αγορά εργασίας, οι αποκλίσεις είναι διαχειρίσιμες — ειδικά αν υπάρξουν σαφείς όροι και αντισταθμίσεις στο πλαίσιο μιας συμφωνίας.
Το συμπέρασμα δεν είναι ότι τα κόμματα «συμφωνούν». Είναι κάτι πιο συγκεκριμένο και πιο κρίσιμο: ότι οι προγραμματικές διαφορές δεν εξηγούν από μόνες τους την αδυναμία συνεργασιών. Κάτι άλλο την εξηγεί.
Παράγραφος-γέφυρα: το majoritarian αντανακλαστικό και ο πίνακας συμβατότητας
Ακριβώς εδώ κουμπώνει το majoritarian αντανακλαστικό της ελληνικής πολιτικής: ακόμη και όταν οι προγραμματικοί άξονες επιτρέπουν επιμέρους συγκλίσεις, το σύστημα τις διαβάζει ως «απώλεια καθαρότητας» και όχι ως βάση διαπραγμάτευσης. Ο πίνακας συμβατότητας το φωτίζει ωμά: υπάρχουν ζεύγη με υψηλή επικάλυψη και ζώνες μεσαίας σύγκλισης που θα μπορούσαν να μετατραπούν σε κυβερνητικό συμβόλαιο. Όμως η κυρίαρχη λογική παραμένει «όλα ή τίποτα» — άρα η μη αυτοδυναμία αντιμετωπίζεται ως αδιέξοδο που λύνεται με νέα κάλπη, όχι ως εντολή για σύνθεση.
Τι “μετρά” ο πίνακας συμβατότητας
Ο πίνακας συμβατότητας δεν «προβλέπει» κυβερνήσεις ούτε αποτυπώνει πολιτική βούληση. Μετρά μόνο προγραμματική επικάλυψη (οικονομία, γεωπολιτικός προσανατολισμός, θεσμικές μεταρρυθμίσεις, ιδεολογική απόσταση) και δείχνει ότι οι συγκλίσεις στην Ελλάδα υπάρχουν, αλλά οργανώνονται σε διακριτές συστάδες. Υψηλή συμβατότητα καταγράφεται σε ζεύγη όπως ΝΔ–ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ–Νέα Αριστερά, Νέα Αριστερά–Πλεύση, καθώς και Ελληνική Λύση–Φωνή Λογικής. Παράλληλα, εμφανίζονται αρκετές «κόκκινες» αντιστοιχίες που λειτουργούν ως δομικές κόψεις. Το συμπέρασμα είναι σαφές: η αδυναμία συνεργασιών δεν εξηγείται μόνο από τις διαφορές των προγραμμάτων, αλλά από την απροθυμία μετατροπής των υπαρκτών συγκλίσεων σε δεσμευτική σύνθεση.
Το πραγματικό κόστος μιας επιλογής
Η απουσία κουλτούρας συνεργασιών δεν είναι απλώς πολιτισμικό χαρακτηριστικό — έχει μετρήσιμο κόστος.
Πολιτικό κόστος: Η επαναλαμβανόμενη προσφυγή στις κάλπες διαβρώνει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και ενισχύει την αίσθηση ότι το σύστημα αδυνατεί να παράγει λύσεις. Όταν η δημοκρατία εμφανίζεται ως μηχανή που «ανακυκλώνει» εκλογές αντί να παράγει αποφάσεις, ανοίγει χώρο για κυνισμό, αποχή, και τελικά για αντιθεσμική πολιτική.
Οικονομικό κόστος: Η κυβερνητική αβεβαιότητα αναστέλλει επενδύσεις, καθυστερεί μεταρρυθμίσεις και αποστερεί από τη χώρα τη δυνατότητα μακροπρόθεσμου στρατηγικού σχεδιασμού. Η οικονομία δεν «παγώνει» μόνο επειδή δεν υπάρχει κυβέρνηση· παγώνει επειδή δεν υπάρχει ορίζοντας κανόνων, συνέχειας και δεσμεύσεων.
Σύμφωνα με τη θεωρία των κυβερνητικών συνεργασιών, τα κόμματα κινούνται μεταξύ τριών κινήτρων: της αναζήτησης αξιωμάτων, της εφαρμογής πολιτικής και της εκλογικής στρατηγικής. Στην ελληνική περίπτωση, η δημόσια συζήτηση μοιάζει να εξαντλείται σχεδόν αποκλειστικά στο πρώτο. Η προγραμματική σύγκλιση δεν εξετάζεται ως δυνητικός κοινός τόπος — εξετάζεται ως παραχώρηση. Και αυτή η αντιστροφή προτεραιοτήτων είναι που καθιστά τη συνεργασία δύσκολη ακόμη και όταν τα προγράμματα την επιτρέπουν.
Η ωριμότητα της Δημοκρατίας
Μισό αιώνα μετά τη Μεταπολίτευση, το ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει αποδείξει ότι ξέρει να παράγει εκλογές. Δεν έχει αποδείξει ότι ξέρει — ή θέλει — να παράγει συνθέσεις.
Το εκλογικό σώμα κατακερματίζει την ψήφο του και στέλνει πολλαπλά, συχνά αντιφατικά, μηνύματα. Τα κόμματα επιλέγουν να τα διαβάζουν ως εντολή για νέες εκλογές, αντί ως πρόσκληση για διαπραγμάτευση. Είναι μια επιλογή — και ως τέτοια, επιδέχεται αξιολόγηση.
Η ωριμότητα μιας δημοκρατίας δεν κρίνεται από το αν ένα κόμμα κερδίζει μόνο του. Κρίνεται από το αν, όταν χρειαστεί, περισσότερα κόμματα μπορούν να βρουν πεδία σύγκλισης και να αποφασίσουν να συγκυβερνήσουν — με σαφείς όρους, καθαρές δεσμεύσεις και ειλικρινή σεβασμό στις διαφορές τους, για το καλό της χώρας.
Τα προγράμματα δείχνουν ότι, για κάποιους συνδυασμούς, αυτό το πεδίο υπάρχει. Η διαφωνία δεν είναι το εμπόδιο. Το εμπόδιο είναι η βούληση να μετατραπεί η διαφωνία από αυτοσκοπό σε αφετηρία διαπραγμάτευσης. Και αυτό, τελικά, είναι το ερώτημα που το ελληνικό πολιτικό σύστημα αρνείται επίμονα να απαντήσει.
Η Ελλάδα δεν πάσχει από έλλειψη πολιτικής. Πάσχει από έλλειψη κουλτούρας σύνθεσης. Όσο η αυτοδυναμία παρουσιάζεται ως το μόνο «κανονικό», κάθε μη αυτοδυναμία θα βαφτίζεται κρίση — και κάθε κρίση θα λύνεται με νέα κάλπη.
Κι έτσι, αντί η δημοκρατία να λειτουργεί ως τέχνη των συνθέσεων, θα καταλήγει να λειτουργεί ως τέχνη της παράτασης.

