Όταν η Δικαιοσύνη εμφανίζεται ενώπιον της Βουλής για να κριθεί, δεν μπορεί μετά να αρνείται τη λογοδοσία επικαλούμενη το Σύνταγμα
Η άρνηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να προσέλθει στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής για να απαντήσει σε ερωτήματα σχετικά με τους χειρισμούς του στην υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι μια απλή θεσμική διαφωνία.
Είναι κάτι βαθύτερο. Είναι μια στιγμή που αποκαλύπτει το πραγματικό πρόβλημα: όχι την προστασία της διάκρισης των εξουσιών, αλλά την ολοένα και πιο επικίνδυνη σύγχυση — αν όχι συγχώνευση — των εξουσιών.
Διότι η διάκριση των εξουσιών δεν είναι νομικό καταφύγιο επιλεκτικής χρήσης. Δεν μπορεί να εμφανίζεται ως ανυπέρβλητο τείχος όταν η Βουλή ζητά εξηγήσεις, αλλά να εξαφανίζεται όταν η ίδια Βουλή καλείται να αξιολογήσει πρόσωπα για την κορυφή της Δικαιοσύνης.
Εδώ αρχίζει η αντίφαση. Και είναι ηχηρή.
Όταν περνάς από τη Βουλή για να προαχθείς, δεν μπορείς μετά να την αγνοείς όταν σε καλεί
Ο κ. Τζαβέλλας επικαλέστηκε τη συνταγματικά κατοχυρωμένη διάκριση των εξουσιών και παλαιότερη γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, του 2011, για να αρνηθεί την παρουσία του ενώπιον της Επιτροπής Θεσμών.
Το επιχείρημα, θεωρητικά, έχει βάρος. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να υποτάσσεται στη νομοθετική εξουσία. Οι δικαστές και οι εισαγγελείς δεν καλούνται να απολογούνται πολιτικά για τη δικανική τους κρίση. Αυτό είναι αυτονόητο σε ένα κράτος δικαίου.
Όμως εδώ δεν μιλάμε σε κενό αέρος.
Ο ίδιος ο κ. Τζαβέλλας, την άνοιξη του 2025, εμφανίστηκε ενώπιον της Διάσκεψης των Προέδρων της Βουλής ως υποψήφιος για τη θέση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Μαζί με τον τότε συνυποψήφιό του, Βασίλη Φλωρίδη, έθεσε τον εαυτό του στην κρίση των κοινοβουλευτικών εκπροσώπων.
Και τότε η Βουλή δεν θεωρήθηκε απειλή για τη δικαστική ανεξαρτησία.
Τότε η διαδικασία ήταν θεσμική.
Τότε η παρουσία ήταν αποδεκτή.
Τότε η κρίση των βουλευτών δεν ισοδυναμούσε με υποταγή της Δικαιοσύνης στη νομοθετική εξουσία.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η Διάσκεψη φέρεται να προέκρινε τον Βασίλη Φλωρίδη με 17 ψήφους έναντι 14 του κ. Τζαβέλλα. Παρά ταύτα, το υπουργικό συμβούλιο αποφάσισε τελικά την προαγωγή του κ. Τζαβέλλα.
Άρα το ερώτημα είναι απλό και σκληρό:
Όταν η Βουλή σε αξιολογεί για να ανέβεις στην κορυφή της εισαγγελικής ιεραρχίας, η διάκριση των εξουσιών δεν κινδυνεύει; Κινδυνεύει μόνο όταν η ίδια Βουλή σε καλεί να εξηγήσεις πράξεις που άπτονται του απορρήτου των επικοινωνιών;
Αυτό δεν είναι θεσμική συνέπεια. Είναι θεσμική επιλεκτικότητα.
Δεν ζητήθηκε δικανική κρίση — ζητήθηκε θεσμική λογοδοσία
Υπάρχει και μια δεύτερη, ακόμη σοβαρότερη διάσταση.
Αν η Επιτροπή Θεσμών καλούσε τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να εξηγήσει πώς άσκησε τα κύρια εισαγγελικά του καθήκοντα, το επιχείρημα περί διάκρισης των εξουσιών θα είχε άλλη βάση. Θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα προστασίας της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Όμως εδώ το επίδικο είναι διαφορετικό.
Ο κ. Τζαβέλλας κλήθηκε να απαντήσει για πράξεις και διατάξεις που φέρονται να σχετίζονται με τη θητεία του στο πλαίσιο της ΕΥΠ, όπου συνεπικουρούσε τον τότε διοικητή Παναγιώτη Κοντολέοντα και ενέκρινε αιτήματα παρακολούθησης.
Αυτό δεν είναι μια κλασική δικαστική πράξη αποκομμένη από τη διοίκηση. Είναι σύμπραξη σε μια διαδικασία που παράγει διοικητικά αποτελέσματα και αγγίζει τον σκληρό πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων: το απόρρητο των επικοινωνιών, την ιδιωτικότητα, τη θεσμική προστασία πολιτικών προσώπων, δημοσιογράφων και πολιτών.
Εκεί δεν αρκεί το «δεν προσέρχομαι».
Εκεί δεν αρκεί η επίκληση μιας γενικής αρχής.
Εκεί χρειάζεται εξήγηση.
Όχι για να υποταχθεί η Δικαιοσύνη στη Βουλή. Αλλά για να μη μετατραπεί η Δικαιοσύνη σε ζώνη θεσμικής αδιαφάνειας.
Το προηγούμενο της Βλάχου καταρρίπτει το επιχείρημα
Υπάρχει και το προηγούμενο της εισαγγελέως Βασιλικής Βλάχου.
Η κ. Βλάχου, ως εισαγγελική λειτουργός που είχε επίσης κρίσιμο ρόλο στην ΕΥΠ, προσήλθε στην αρμόδια εξεταστική επιτροπή της Βουλής και απάντησε σε ερωτήσεις βουλευτών για την υπόθεση των υποκλοπών.
Τότε δεν κατέρρευσε η διάκριση των εξουσιών.
Τότε δεν υποτάχθηκε η Δικαιοσύνη στο Κοινοβούλιο.
Τότε δεν υπήρξε θεσμικός σεισμός.
Τότε δεν βγήκαν οι ενώσεις δικαστών και εισαγγελέων να καταγγείλουν αντισυνταγματική εκτροπή.
Άρα το επιχείρημα ότι η παρουσία ενός εισαγγελικού λειτουργού ενώπιον κοινοβουλευτικής επιτροπής συνιστά αυτομάτως υποταγή της δικαστικής στη νομοθετική εξουσία δεν στέκει χωρίς διάκριση.
Άλλο να ελέγχεται η δικανική κρίση.
Άλλο να ζητείται λογοδοσία για διοικητική σύμπραξη σε έναν μηχανισμό παρακολουθήσεων.
Άλλο η ανεξαρτησία.
Άλλο η ασυλία από ερωτήσεις.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Το Σύνταγμα δεν είναι άλλοθι επιλεκτικής σιωπής
Η διάκριση των εξουσιών δεν είναι φράχτης που υψώνεται όποτε πλησιάζει ο κοινοβουλευτικός έλεγχος. Είναι εγγύηση ισορροπίας. Και η ισορροπία απαιτεί όχι μόνο ανεξαρτησία, αλλά και λογοδοσία.
Η Δικαιοσύνη οφείλει να είναι ανεξάρτητη από την πολιτική εξουσία. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος ασκεί δημόσια εξουσία μπορεί να μένει ανεξέλεγκτος όταν τίθενται ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία του κράτους, τα δικαιώματα των πολιτών και τον πυρήνα της δημοκρατίας.
Η υπόθεση των υποκλοπών δεν είναι μια απλή διοικητική υπόθεση. Είναι υπόθεση θεσμικής εμπιστοσύνης. Αγγίζει το ερώτημα αν το κράτος λειτούργησε ως κράτος δικαίου ή ως μηχανισμός σκοτεινών εξουσιών.
Και όταν υπάρχουν πολιτικά πρόσωπα, δημοσιογράφοι και πολίτες που φέρονται να παρακολουθήθηκαν, η Βουλή έχει όχι απλώς δικαίωμα αλλά υποχρέωση να ζητά απαντήσεις.
Όχι να δικάσει.
Όχι να υποκαταστήσει τη Δικαιοσύνη.
Αλλά να φωτίσει.
Διότι χωρίς φως, η διάκριση των εξουσιών γίνεται προσχηματική. Και το κράτος δικαίου μετατρέπεται σε τελετουργία χωρίς περιεχόμενο.
Από τη διάκριση στη συγχώνευση των εξουσιών
Το πιο ανησυχητικό δεν είναι η άρνηση ενός προσώπου. Είναι το ευρύτερο μοτίβο.
Όταν η εκτελεστική εξουσία επιλέγει την κορυφή της Δικαιοσύνης, όταν η Βουλή γνωμοδοτεί για πρόσωπα που μετά αρνούνται να εμφανιστούν ενώπιόν της, όταν εισαγγελικοί λειτουργοί συμπράττουν με διοικητικούς μηχανισμούς σε ευαίσθητες υποθέσεις και μετά επικαλούνται πλήρη στεγανότητα, τότε δεν έχουμε καθαρή διάκριση εξουσιών.
Έχουμε κάτι πιο θολό.
Και πολύ πιο επικίνδυνο.
Έχουμε ένα σύστημα όπου οι εξουσίες συναντώνται όταν πρόκειται για διορισμούς, προαγωγές, επιλογές και κρίσιμες αποφάσεις, αλλά ξαφνικά χωρίζονται με τείχη όταν έρχεται η ώρα των απαντήσεων.
Αυτό δεν είναι θεσμική αρχιτεκτονική. Είναι θεσμική αντίφαση.
Και η αντίφαση αυτή τραυματίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών περισσότερο από οποιαδήποτε δημόσια αντιπαράθεση.
Η διάκριση των εξουσιών είναι θεμέλιο της Δημοκρατίας. Αλλά δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα σιωπής για όσους άσκησαν δημόσια εξουσία σε υποθέσεις που αγγίζουν τα πιο ευαίσθητα ατομικά δικαιώματα.
Όποιος εμφανίζεται ενώπιον της Βουλής για να κριθεί ως κατάλληλος για την κορυφή της Δικαιοσύνης, δεν μπορεί μετά να θεωρεί την ίδια Βουλή θεσμικά επικίνδυνη όταν τον καλεί να απαντήσει.
Όποιος δέχεται τη διαδικασία όταν αυτή οδηγεί σε αξίωμα, δεν μπορεί να την απορρίπτει όταν αυτή ζητά λογοδοσία.
Διότι η Δημοκρατία δεν απειλείται όταν τίθενται ερωτήματα.
Απειλείται όταν η εξουσία — όποια εξουσία — αρχίζει να θεωρεί ότι δεν οφείλει απαντήσεις σε κανέναν.

