Όσο η κομματική πίστη γίνεται άλλοθι για την αποτυχία και η σιωπή βαφτίζεται υπευθυνότητα, η χώρα θα πληρώνει τον λογαριασμό της πολιτικής μας ανωριμότητας.
Το πιο επικίνδυνο σημείο για μια δημοκρατία είναι εκείνο στο οποίο ο πολίτης παύει να εξετάζει τι έγινε και ενδιαφέρεται μόνο για το ποιος το έκανε. Αν είναι «δικός μας», δικαιολογείται. Αν είναι «απέναντι», καταδικάζεται πριν ακόμη ακουστεί. Εκεί η κρίση υποχωρεί, η συνείδηση μπαίνει στην άκρη και η πολιτική μετατρέπεται σε οργανωμένη άσκηση υποκρισίας.
Αυτή είναι μια βαθιά ελληνική πληγή: η ευκολία με την οποία απαιτούμε τα πάντα από τους αντιπάλους και σχεδόν τίποτε από εκείνους που ψηφίσαμε. Καταγγέλλουμε την αλαζονεία μέχρι να αποκτήσει το χρώμα της παράταξής μας. Εξοργιζόμαστε με την αναξιοκρατία μέχρι να εξυπηρετήσει κάποιον γνωστό μας. Απαιτούμε διαφάνεια μέχρι η απαίτηση να ενοχλήσει το γραφείο στο οποίο έχουμε πρόσβαση.
Έτσι, όμως, η ψήφος κινδυνεύει να μετατραπεί από εντολή εκπροσώπησης σε άδεια ασυδοσίας.
Και ύστερα αναρωτιόμαστε γιατί τίποτε δεν αλλάζει.
Η ιστορική εμπειρία του διχασμού θα έπρεπε να μας έχει διδάξει πόσο ακριβό είναι να αντιμετωπίζουμε τον συμπολίτη μας ως εχθρό. Ο Εμφύλιος άφησε νεκρούς, διώξεις, φόβο και τραύματα που πέρασαν μέσα στις οικογένειες. Η μνήμη του απαιτεί σοβαρότητα, μελέτη και σεβασμό. Όποιος την επιστρατεύει για να μοιράσει σήμερα πιστοποιητικά πατριωτισμού συνεχίζει να χρησιμοποιεί τον πόνο ως πολιτικό εργαλείο.
Μια ώριμη κοινωνία μπορεί να διαφωνεί βαθιά και ταυτόχρονα να συμφωνεί στα στοιχειώδη: ότι ο νόμος ισχύει για όλους, ότι το δημόσιο χρήμα χρειάζεται έλεγχο, ότι η αξιοπρέπεια του πολίτη προηγείται της εικόνας του υπουργού, του δημάρχου ή του κομματικού αρχηγού.
Αυτά είναι το ελάχιστο μέτρο μιας δημοκρατίας που σέβεται τον εαυτό της.
Ο πατριωτισμός κρίνεται και σε πολύ πεζές, καθημερινές πράξεις. Στο αν υπερασπίζεσαι έναν δημόσιο θεσμό όταν η απαξίωσή του εξυπηρετεί την παράταξή σου. Στο αν ζητάς εξηγήσεις για μια αποτυχία ακόμη και όταν γνωρίζεις προσωπικά τον υπεύθυνο. Στο αν αρνείσαι το ρουσφέτι που θα σε βολέψει, επειδή ξέρεις ότι κάποιος άλλος θα αδικηθεί.
Η σημαία στην εξέδρα δεν ξεπλένει την αδιαφορία στο γραφείο. Ο πανηγυρικός της επετείου δεν υποκαθιστά την ευθύνη της επόμενης ημέρας. Και οι μεγάλες κουβέντες για την Ελλάδα αδειάζουν από περιεχόμενο όταν ο άνθρωπος που τις εκφωνεί αδυνατεί να ανεχθεί μια απλή δημόσια ερώτηση.
Όποιος ζητά εξουσία οφείλει να αντέχει τον έλεγχο. Ολόκληρο. Και πρωτίστως από τους δικούς του ψηφοφόρους.
Η ίδια απαίτηση φτάνει μέχρι την πόλη μας, τη γειτονιά μας, το δημοτικό συμβούλιο. Εκεί όπου το πρόβλημα έχει διεύθυνση και ο υπεύθυνος έχει συγκεκριμένη αρμοδιότητα. Ένας επικίνδυνος δρόμος, μια υπηρεσία που ταλαιπωρεί τον πολίτη, μια υπόσχεση που μένει στα χαρτιά απαιτούν απαντήσεις, χρονοδιάγραμμα και λογοδοσία. Η παράθεση δικαιολογιών δεν αποτελεί διοίκηση. Η φωτογραφία μιας επίσκεψης δεν αποτελεί απολογισμό έργου.
Το ίδιο ισχύει και για την αντιπολίτευση. Η καταγγελία αποκτά βάρος όταν συνοδεύεται από συνέπεια. Όποιος στηλιτεύει σήμερα όσα ανεχόταν χθες οφείλει πρώτα να εξηγήσει τη δική του στάση. Η κοινωνία έχει κάθε λόγο να απαιτεί προτάσεις, τεκμηρίωση και σταθερά κριτήρια από όλους.
Υπάρχει, όμως, και η δική μας ευθύνη. Κάθε φορά που λέμε «τουλάχιστον εξυπηρέτησε εμένα», αποδεχόμαστε ότι ο διπλανός μας μπορεί να μείνει χωρίς δικαίωμα, αρκεί εμείς να έχουμε γνωριμία. Κάθε φορά που απαντάμε σε μια τεκμηριωμένη κριτική με το «και οι προηγούμενοι;», προσφέρουμε στον σημερινό υπεύθυνο την πιο βολική έξοδο διαφυγής.
Οι προηγούμενοι να ελεγχθούν για τις δικές τους πράξεις. Οι σημερινοί για τις δικές τους. Η ευθύνη δεν παραγράφεται επειδή υπάρχει και άλλος υπεύθυνος.
Η εθνική αυτοπεποίθηση χτίζεται όταν μια κοινωνία μπορεί να κοιτάξει κατάματα τις αδυναμίες της και να τις διορθώσει. Όταν μορφώνει ανθρώπους με κρίση, στηρίζει τη δημιουργία, προστατεύει την αξιοκρατία και απαιτεί από την ηγεσία της συγκεκριμένα αποτελέσματα. Η επίκληση του ένδοξου παρελθόντος γίνεται κενή τελετουργία όταν συνοδεύεται από παραίτηση απέναντι στο παρόν.
Η Ελλάδα δεν οφείλει να χωρέσει στα μέτρα κανενός κομματικού μηχανισμού. Τα κόμματα οφείλουν να υπηρετούν τη χώρα και τους πολίτες της. Όταν αποτυγχάνουν, πρέπει να κρίνονται. Όταν παραβιάζουν την εμπιστοσύνη που τους δόθηκε, πρέπει να χάνουν την πολιτική στήριξη που θεωρούν εξασφαλισμένη.
Το πρώτο βήμα είναι απλό και απαιτητικό: να πάψουμε να χαρίζουμε στους «δικούς μας» όσα καταλογίζουμε στους άλλους. Εκεί αρχίζει ο πολίτης που καμία εξουσία δεν μπορεί να θεωρεί δεδομένο.

