Η ακρίβεια γονατίζει τους πολίτες, η κυβέρνηση στρίβει δεξιά, ο Τσίπρας προετοιμάζει την επιστροφή του, το ΠΑΣΟΚ χάνει ακόμη μία ευκαιρία και η Μαρία Καρυστιανού εμφανίζεται ως η μεγάλη απειλή για ένα πολιτικό σύστημα που πίστεψε ότι θα παίζει για πάντα μόνο του
Μεσούντος του θέρους, η κοινωνία βράζει.
Όχι από τον καύσωνα. Από την ακρίβεια, την αδικία, την ανασφάλεια και την αίσθηση ότι η χώρα κινείται με δύο διαφορετικές ταχύτητες.
Στη μία Ελλάδα βρίσκονται όσοι κάνουν διακοπές διαρκείας, ανεβάζουν φωτογραφίες από πανάκριβα νησιά, σκάφη, πολυτελή ξενοδοχεία και εστιατόρια, διαφημίζοντας μια ζωή που μοιάζει να μην έχει καμία σχέση με την καθημερινότητα της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.
Στην άλλη Ελλάδα βρίσκονται οι εργαζόμενοι, οι συνταξιούχοι, οι μικρομεσαίοι, οι άνεργοι και οι οικογένειες που μετρούν τα πάντα.
Μετρούν τη βενζίνη.
Μετρούν τις αγορές στο σούπερ μάρκετ.
Μετρούν τις ώρες που θα ανάψουν το κλιματιστικό.
Μετρούν ακόμη και τις ημέρες των διακοπών, εφόσον καταφέρουν τελικά να φύγουν.
Για τους περισσότερους Έλληνες, το ερώτημα δεν είναι πλέον πού θα πάνε διακοπές.
Είναι αν μπορούν να πάνε.
Το καλοκαίρι είναι ο μεγαλύτερος χαφιές μιας κοινωνίας. Αποκαλύπτει την ταξική ψαλίδα χωρίς μακιγιάζ. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τη μετατρέπουν καθημερινά σε δημόσιο θέαμα.
Ο πολίτης βλέπει κάποιους να ζουν σαν να μην υπάρχει αύριο και την ίδια στιγμή αναρωτιέται αν θα αντέξει να πληρώσει τον επόμενο λογαριασμό του ρεύματος.
Και τότε ακούει την κυβέρνηση να μιλά για ανάπτυξη, επενδυτική βαθμίδα, εξαγωγές, μείωση του δημόσιου χρέους και θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες.
Μόνο που οι αριθμοί δεν πληρώνουν το ενοίκιο.
Η επενδυτική βαθμίδα δεν γεμίζει το ψυγείο.
Η ανάπτυξη δεν σημαίνει τίποτα για τον άνθρωπο που βλέπει τον μισθό του να τελειώνει μέσα στις πρώτες είκοσι ημέρες του μήνα.
Όταν οι δείκτες ευημερούν και η κοινωνία στενάζει, τότε κάτι δεν πηγαίνει καλά.
Και όταν οι κυβερνώντες επιμένουν να παρουσιάζουν την πραγματικότητα ως επιτυχία, ο πολίτης αισθάνεται ότι όχι μόνο υποφέρει, αλλά και ότι τον κοροϊδεύουν.
Η Νέα Δημοκρατία στρίβει δεξιά
Η κυβέρνηση αντιλαμβάνεται τη φθορά.
Βλέπει τις διαρροές προς τα δεξιά, βλέπει την απογοήτευση της μεσαίας τάξης, βλέπει ότι ένα μεγάλο τμήμα των παραδοσιακών ψηφοφόρων της αισθάνεται πολιτικά εγκαταλελειμμένο.
Γι’ αυτό και επιχειρεί να στρίψει προς τα δεξιά, χωρίς όμως να εγκαταλείπει εντελώς το κεντρώο προσωπείο της.
Μετά τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών, που προκάλεσε σοβαρές αντιδράσεις στο συντηρητικό ακροατήριο, η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί τώρα να επαναφέρει τη συζήτηση στην ασφάλεια, στη μετανάστευση, στην τάξη και στην πατριωτική ρητορική.
Προσπαθεί να χαϊδέψει τα αυτιά εκείνων που απομακρύνθηκαν.
Το κάνει, όμως, χωρίς να αγγίζει τα πραγματικά προβλήματα.
Η ελληνική ύπαιθρος αδειάζει.
Τα χωριά πεθαίνουν.
Η περιφέρεια εγκαταλείπεται.
Οι νέοι φεύγουν.
Οι γεννήσεις μειώνονται.
Τα νοσοκομεία, οι αγροτικές μονάδες, οι τουριστικές επιχειρήσεις, τα εργοστάσια και οι υπηρεσίες αναζητούν προσωπικό και δεν βρίσκουν.
Η χώρα χρειάζεται σοβαρή δημογραφική πολιτική και οργανωμένη μεταναστευτική στρατηγική, με κανόνες, έλεγχο, ένταξη και αφομοίωση.
Δεν χρειάζεται ούτε ανεξέλεγκτες ροές ούτε εύκολες κραυγές για «καθαρότητα», οι οποίες μπορεί να ακούγονται καλά στα καφενεία αλλά δεν λύνουν κανένα πρόβλημα.
Ο Αντώνης Σαμαράς επιχειρεί να εκφράσει ένα τμήμα της παλιάς εθνικοφροσύνης και της παραδοσιακής Δεξιάς.
Όμως το μεγαλύτερο πολιτικό όπλο του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν είναι ο Σαμαράς.
Είναι ο Αλέξης Τσίπρας.
Η πιθανότητα επιστροφής του πρώην πρωθυπουργού λειτουργεί ως φόβητρο για ένα μεγάλο τμήμα του κυβερνητικού ακροατηρίου.
Όχι επειδή τον θεωρεί κομμουνιστή.
Αλλά επειδή θυμάται ακόμη το καλοκαίρι του 2015, τα κλειστά τραπεζικά καταστήματα, τα capital controls, το δημοψήφισμα και την απόλυτη πολιτική σύγχυση.
Η Νέα Δημοκρατία γνωρίζει ότι όσο ο Τσίπρας επιστρέφει, τόσο ένα κομμάτι των απογοητευμένων ψηφοφόρων της θα επιστρέφει και αυτό στην κάλπη.
Όχι από ενθουσιασμό.
Από φόβο.
Η Αριστερά περιμένει ξανά τον σωτήρα της
Στον χώρο ανάμεσα στο ΚΚΕ και στο ΠΑΣΟΚ έχουν ξεκινήσει και πάλι οι ζυμώσεις.
Παλιά στελέχη, νέες κινήσεις, μικρά κόμματα, προσωπικές φιλοδοξίες και μηχανισμοί αναζητούν θέση στο επόμενο σχήμα.
Και στο κέντρο βρίσκεται, ξανά, ο Αλέξης Τσίπρας.
Αυτό και μόνο φανερώνει την πολιτική χρεοκοπία ενός ολόκληρου χώρου.
Αντί να παράξει νέες ιδέες, περιμένει έναν παλιό αρχηγό.
Αντί να παρουσιάσει σχέδιο για την ακρίβεια, τη στέγη, την Υγεία, την Παιδεία, την παραγωγή, την περιφέρεια και τη Δικαιοσύνη, συζητά ποιοι θα περάσουν από το πολιτικό κάστινγκ του πρώην πρωθυπουργού.
Ποιοι θα γίνουν δεκτοί.
Ποιοι θα αποκλειστούν.
Ποιοι θα υποκλιθούν.
Ποιοι θα παραμείνουν στον μικρό ΣΥΡΙΖΑ και ποιοι θα μετακομίσουν στο νέο πολιτικό σχήμα.
Η κοινωνία, όμως, δεν ζητά άλλη μία ανακύκλωση προσώπων.
Ζητά απαντήσεις.
Πώς θα ζήσει μια οικογένεια με δύο μισθούς που δεν φτάνουν;
Πώς θα βρει σπίτι ένας νέος άνθρωπος όταν τα ενοίκια έχουν μετατραπεί σε δεύτερο μισθό;
Πώς θα λειτουργήσουν τα δημόσια νοσοκομεία όταν λείπουν γιατροί, νοσηλευτές και βασικές υποδομές;
Πώς θα σταματήσει η ερήμωση της ελληνικής περιφέρειας;
Πώς θα αποκτήσει η χώρα παραγωγική βάση και δεν θα εξαρτάται μονίμως από τον τουρισμό, την οικοδομή και την κατανάλωση;
Η αυτοπροσδιοριζόμενη Αριστερά εξακολουθεί να αναλώνεται σε διαδικτυακές συγκρούσεις, σε ιδεολογικές πιστοποιήσεις και σε εμμονές που την απομάκρυναν από την κοινωνία.
Ασχολείται περισσότερο με το ποιος καλλιτέχνης είναι δεξιός, ποιος δημοσιογράφος είναι ύποπτος, ποιος πολίτης χαρακτηρίζεται «νοικοκυραίος» και ποιος δεν είναι αρκετά προοδευτικός.
Αντί να αγκαλιάσει τον εργαζόμενο, τον μικρομεσαίο, τον αγρότη και τον οικογενειάρχη, πολλές φορές τον αντιμετωπίζει ως πολιτικά ύποπτο.
Και ύστερα απορεί γιατί δεν μπορεί να δημιουργήσει κοινωνική πλειοψηφία.
Καμία ανοχή στην πολιτική βία
Ακόμη πιο επικίνδυνη είναι η στάση ορισμένων προσώπων του ευρύτερου αριστερού και αντιεξουσιαστικού χώρου, που σπεύδουν να μιλήσουν για προβοκάτσια, σκευωρία ή κρατική συνωμοσία όταν οι αρχές ερευνούν επιθέσεις, εμπρησμούς και εγκληματικές ενέργειες με ιδεολογικό πρόσημο.
Η βία δεν αλλάζει χαρακτήρα ανάλογα με το ποιος κρατά τον αναπτήρα.
Δεν υπάρχουν καλά και κακά γκαζάκια.
Δεν υπάρχουν αποδεκτοί και μη αποδεκτοί εμπρησμοί.
Δεν υπάρχει καλή τρομοκρατία επειδή συνοδεύεται από μια δήθεν επαναστατική ανακοίνωση.
Όποιος καταδικάζει τη βία της Χρυσής Αυγής οφείλει να καταδικάζει με την ίδια καθαρότητα κάθε βίαιη ενέργεια που εμφανίζεται με αριστερό, αναρχικό ή αντισυστημικό πρόσημο.
Η Δημοκρατία δεν λειτουργεί με ιδεολογικά άλλοθι.
Και η κοινωνία δεν πρόκειται να εμπιστευτεί εκείνους που εμφανίζονται επιλεκτικά ευαίσθητοι απέναντι στο έγκλημα.
Το ΠΑΣΟΚ χάνει μόνο του ακόμη μία ευκαιρία
Μέσα σε αυτό το πολιτικό σκηνικό, το ΠΑΣΟΚ θα έπρεπε ήδη να βρίσκεται σε τροχιά εξουσίας.
Έχει οργανωτικές δομές.
Έχει κοινοβουλευτική εμπειρία.
Έχει αυτοδιοικητική παρουσία.
Έχει ιστορική αναφορά.
Βρίσκεται ανάμεσα σε μια κυβέρνηση που φθείρεται και σε μια Αριστερά που αναζητά ξανά σωτήρα.
Και όμως, κινδυνεύει να βρίσκεται πάλι τρίτο στις δημοσκοπήσεις.
Αυτό δεν είναι απλό παράδοξο.
Έχει αιτία.
Έχει ευθύνη.
Και έχει ονοματεπώνυμο.
Δεν αρκεί να λες ότι είσαι σοβαρός για να σε εμπιστευτεί η κοινωνία.
Πρέπει να πείσεις ότι μπορείς να κυβερνήσεις.
Πρέπει να έχεις καθαρές θέσεις.
Πρέπει να συγκρουστείς με συμφέροντα.
Πρέπει να παρουσιάσεις σχέδιο.
Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να ζητά την ψήφο του κόσμου ως μια πιο ήρεμη εκδοχή της Νέας Δημοκρατίας.
Ούτε μπορεί να ζει αποκλειστικά από τη νοσταλγία του παρελθόντος.
Η χώρα χρειάζεται νέο παραγωγικό μοντέλο, ισχυρό δημόσιο σύστημα Υγείας, πραγματική περιφερειακή ανάπτυξη, δίκαιη φορολογία, προστασία της πρώτης κατοικίας και θεσμική αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.
Δεν χρειάζεται άλλον έναν διαχειριστή του ίδιου συστήματος.
Η Μαρία Καρυστιανού είναι ο μεγάλος απρόβλεπτος παράγοντας
Μέσα σε αυτό το κουρασμένο, φθαρμένο και αποκομμένο πολιτικό σκηνικό υπάρχει πλέον ένας παράγοντας που κανένα κόμμα δεν μπορεί να αγνοήσει.
Η Μαρία Καρυστιανού.
Δεν προέρχεται από κομματικό σωλήνα.
Δεν είναι προϊόν τηλεοπτικών πάνελ.
Δεν κατασκευάστηκε από επικοινωνιακά επιτελεία.
Δεν πέρασε τη ζωή της περιμένοντας μια θέση σε ψηφοδέλτιο ή σε υπουργικό γραφείο.
Μπήκε στη δημόσια ζωή μέσα από την τραγωδία των Τεμπών.
Μέσα από τον πόνο.
Μέσα από την απαίτηση για δικαιοσύνη.
Μέσα από την αίσθηση ότι ένα ολόκληρο σύστημα προσπάθησε να κλείσει μια υπόθεση πριν ακόμη αποδοθούν οι ευθύνες.
Αυτό της δίνει κάτι που δεν διαθέτουν οι περισσότεροι επαγγελματίες πολιτικοί.
Κοινωνική νομιμοποίηση.
Δεν σημαίνει ότι η Μαρία Καρυστιανού είναι υπεράνω κριτικής.
Δεν σημαίνει ότι δεν πρέπει να παρουσιάσει συγκεκριμένες θέσεις για την οικονομία, τα εθνικά θέματα, την Υγεία, την Παιδεία, το κράτος, την παραγωγή και την εξωτερική πολιτική.
Δεν σημαίνει ότι αρκεί μόνο το ηθικό κεφάλαιο για να κυβερνηθεί μια χώρα.
Η πολιτική χρειάζεται πρόγραμμα.
Χρειάζεται στελέχη.
Χρειάζεται οργάνωση.
Χρειάζεται ανθρώπους ικανούς, έντιμους και δοκιμασμένους.
Χρειάζεται καθαρές θέσεις και αποφάσεις.
Όμως όποιος αντιμετωπίζει την Καρυστιανού με ειρωνεία, υπεροψία ή υποτίμηση, δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει μέσα στην κοινωνία.
Η Μαρία Καρυστιανού δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο.
Είναι το σύμβολο ενός θυμού που δεν βρίσκει ακόμη πολιτική διέξοδο.
Είναι η έκφραση της απαίτησης για Δικαιοσύνη.
Είναι η φωνή εκείνων που πιστεύουν ότι στη χώρα υπάρχουν πολίτες δύο κατηγοριών.
Εκείνων που λογοδοτούν ακόμη και για το μικρότερο λάθος και εκείνων που δεν λογοδοτούν ποτέ, ό,τι κι αν συμβεί.
Αυτό φοβάται το παλιό πολιτικό σύστημα.
Δεν φοβάται μόνο ένα νέο κόμμα.
Φοβάται την πιθανότητα να δημιουργηθεί ένα κίνημα που δεν θα ελέγχεται από τους γνωστούς μηχανισμούς.
Ένα κίνημα που δεν θα χρωστά σε κομματικά γραφεία, μιντιακές πλάτες, επιχειρηματικά συμφέροντα και παρασκηνιακές συμφωνίες.
Ένα κίνημα που θα βάλει απέναντί του το σύνολο του παλιού πολιτικού θιάσου.
Και ίσως γι’ αυτό ήδη κάποιοι προσπαθούν να την υποτιμήσουν, να την απαξιώσουν ή να την παρουσιάσουν ως ανεπαρκή πριν ακόμη δοκιμαστεί.
Η αλήθεια, όμως, είναι απλή.
Οι πολίτες δεν αναζητούν πλέον τον καλύτερο επαγγελματία πολιτικό.
Αναζητούν κάποιον που να πιστεύουν ότι δεν τους λέει ψέματα.
Και σε μια εποχή γενικευμένης δυσπιστίας, αυτό είναι το μεγαλύτερο πολιτικό κεφάλαιο.
Ο παλιός θίασος παίζει ξανά το ίδιο έργο
Η κοινωνική οργή είναι παντού.
Στην ακρίβεια.
Στους μισθούς που δεν φτάνουν.
Στα νοσοκομεία που υπολειτουργούν.
Στις οικογένειες που κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους.
Στους νέους που μεταναστεύουν.
Στην εγκατάλειψη της περιφέρειας.
Στην αίσθηση ότι η Δικαιοσύνη λειτουργεί διαφορετικά για τον ισχυρό και διαφορετικά για τον απλό πολίτη.
Το πολιτικό σύστημα, όμως, εξακολουθεί να μοιράζει ρόλους σαν να μη συμβαίνει τίποτα.
Η Νέα Δημοκρατία ποντάρει στον φόβο της αστάθειας.
Ο Αλέξης Τσίπρας προετοιμάζει την επιστροφή του.
Το ΠΑΣΟΚ περιμένει μήπως πέσει μόνο του το ώριμο φρούτο.
Τα μικρότερα κόμματα επενδύουν στην αγανάκτηση χωρίς ολοκληρωμένη πρόταση διακυβέρνησης.
Οι ίδιοι άνθρωποι.
Οι ίδιοι μηχανισμοί.
Οι ίδιες υποσχέσεις.
Το ίδιο έργο.
Και απέναντί τους η Μαρία Καρυστιανού, ως ο μεγάλος άγνωστος παράγοντας, απειλεί να χαλάσει την παράσταση.
Ο Γιώργος Σεφέρης είχε γράψει: «Αυτός είναι ο θίασός μας, με αυτόν θα παίξουμε».
Μόνο που σήμερα το κοινό έχει κουραστεί από τον ίδιο θίασο.
Έχει κουραστεί από τους ίδιους πρωταγωνιστές, τους ίδιους κομπάρσους και την ίδια κακοπαιγμένη παράσταση.
Δεν θέλει άλλη πολιτική αρπαχτή.
Δεν θέλει άλλες υποσχέσεις.
Δεν θέλει άλλες σωτηρίες από εκείνους που κυβέρνησαν, απέτυχαν και επιστρέφουν κάθε φορά για να μας ξανασώσουν.
Θέλει αλήθεια.
Θέλει Δικαιοσύνη.
Θέλει αξιοπρέπεια.
Θέλει να μπορεί να ζήσει από τη δουλειά του.
Τίποτα δεν έχει κριθεί ακόμη.
Και όσοι πιστεύουν ότι οι επόμενες εκλογές θα είναι απλώς μία ακόμη αναμέτρηση ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία, στον Τσίπρα και στο ΠΑΣΟΚ, μπορεί να βρεθούν μπροστά στη μεγαλύτερη πολιτική έκπληξη της Μεταπολίτευσης.
Γιατί η κοινωνία βράζει.
Και αυτή τη φορά ίσως να μην αρκεστεί να αλλάξει απλώς πρωταγωνιστή.
Ίσως αποφασίσει να κατεβάσει ολόκληρο τον παλιό θίασο από τη σκηνή.

