1. Πραγματικό ΑΕΠ και δυναμική μεγέθυνσης
Το πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας το 2025 εκτιμάται περί τα 205 δισ. ευρώ, παραμένοντας περίπου 30 δισ. ευρώ χαμηλότερα από τα επίπεδα του 2009 σε σταθερές τιμές. Παρά την ανάκαμψη των τελευταίων ετών, η οικονομία δεν έχει επανακτήσει την προ κρίσης παραγωγική της ικανότητα.
Η μεγέθυνση της περιόδου 2019–2025 χαρακτηρίζεται ως αναιμική σε όρους δυνητικού προϊόντος, με περιορισμένη συνεισφορά από την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας και του κεφαλαίου. Η δομή της ανάπτυξης παραμένει προσανατολισμένη κυρίως στην κατανάλωση και λιγότερο στις επενδύσεις υψηλής προστιθέμενης αξίας και στις εξαγωγές.
2. Σύνθεση της ανάπτυξης: κατανάλωση και εξωτερική χρηματοδότηση
Η εγχώρια ζήτηση ενισχύεται κυρίως μέσω:
- πιστωτικής επέκτασης και σωρευτικού νέου δανεισμού που προσεγγίζει τα 50 δισ. ευρώ,
- και των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, οι οποίοι κορυφώνονται έως το 2026.
Το επενδυτικό σκέλος του RRF βελτιώνει βραχυπρόθεσμα τους ρυθμούς μεγέθυνσης, αλλά δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε διαρθρωτική μεταβολή της εξαγωγικής βάσης. Αυτό δημιουργεί κίνδυνο απότομης επιβράδυνσης μετά τη λήξη του προγράμματος, εφόσον δεν υπάρξει μόνιμη ενίσχυση της παραγωγικής ικανότητας.
3. Δημοσιονομικό αποτέλεσμα και φορολογική βάση
Κατά την περίοδο 2019–2025:
- το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε περίπου 11%,
- τα συνολικά φορολογικά έσοδα αυξήθηκαν περίπου 40%,
- ενώ τα έσοδα από ΦΠΑ αυξήθηκαν κατά περίπου 55%.
Η απόκλιση αυτή υποδηλώνει ότι η βελτίωση του δημοσιονομικού αποτελέσματος δεν προέρχεται κυρίως από τη διεύρυνση της παραγωγικής βάσης, αλλά από:
- πληθωριστική διόγκωση της έμμεσης φορολογίας,
- αυξημένη φορολογική επιβάρυνση της κατανάλωσης,
- και εντατικοποίηση της εισπρακτικής λειτουργίας.
Ως εκ τούτου, το πρωτογενές πλεόνασμα έχει χαρακτηριστικά φορολογικού-λογιστικού πλεονάσματος, με σημαντική επιβάρυνση του ιδιωτικού τομέα και ιδίως της μεσαίας εισοδηματικής τάξης.
4. Ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών: δομικό έλλειμμα
Το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών ανήλθε το 2024 περίπου στα -17 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να:
- καταναλώνει και να επενδύει περισσότερα από όσα παράγει διεθνώς εμπορεύσιμα,
- εξαρτάται έντονα από εισαγωγές,
- και χρηματοδοτεί το κενό μέσω εξωτερικού δανεισμού ή εισροών κεφαλαίου.
Το συγκεκριμένο μέγεθος αποτελεί τον πιο αξιόπιστο δείκτη μακροοικονομικής ανισορροπίας, ανεξάρτητα από την πορεία του προϋπολογισμού.
5. Χρέος και συνολική μόχλευση
Παρά τις ιδιωτικοποιήσεις και το εκτεταμένο ξεπούλημα περιουσιακών στοιχείων:
- το δημόσιο χρέος παραμένει περίπου 125 δισ. ευρώ υψηλότερο από τα επίπεδα της χρεοκοπίας,
- το ιδιωτικό χρέος προσεγγίζει τα 380 δισ. ευρώ,
- ενώ το συνολικό εξωτερικό χρέος ανέρχεται περίπου στα 583 δισ. ευρώ.
Η μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ οφείλεται κυρίως σε ονομαστική μεγέθυνση και πληθωρισμό, όχι σε ουσιαστική απομείωση υποχρεώσεων ή σε ενίσχυση της αποπληρωτικής ικανότητας της οικονομίας.
6. Αξιοπιστία προϋπολογισμού και μεσοπρόθεσμοι κίνδυνοι
Ο κρατικός προϋπολογισμός συνεχίζει να στηρίζεται σε αισιόδοξες παραδοχές για ρυθμούς ανάπτυξης, κατανάλωση και έσοδα, ενώ υποτιμά:
- τον κίνδυνο εξωτερικής επιδείνωσης,
- το κόστος εξυπηρέτησης χρέους σε περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων,
- και το «κενό» που δημιουργείται μετά τη λήξη των ευρωπαϊκών έκτακτων πόρων.
Ως αποτέλεσμα, η αξιοπιστία του παραμένει περιορισμένη σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Η ελληνική οικονομία εμφανίζει δημοσιονομική βελτίωση χωρίς αντίστοιχη διαρθρωτική ενίσχυση.
Η μεγέθυνση παραμένει κατανάλωση-κεντρική, το εξωτερικό ισοζύγιο ελλειμματικό και η συνολική μόχλευση υψηλή. Χωρίς ουσιαστική μετατόπιση προς την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, τα πλεονάσματα παραμένουν λογιστικά και όχι αναπτυξιακά.

