Η επίθεση του Κωνσταντίνου Κυρανάκη στον Αλέξη Τσίπρα, με αφορμή το τρομοκρατικό χτύπημα στη Θεσσαλονίκη, δεν αποτελεί μια απλή πολιτική υπερβολή. Είναι μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας να επιστρέψει η δημόσια συζήτηση στα παλιά, δοκιμασμένα διλήμματα: «ασφάλεια ή χάος», «Νέα Δημοκρατία ή αναρχία», «σταθερότητα ή επιστροφή στον ΣΥΡΙΖΑ».
Το να επιχειρείται, όμως, η πολιτική σύνδεση ενός τρομοκρατικού εγκλήματος με τον Αλέξη Τσίπρα και την προηγούμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ούτε δίκαιο ούτε θεσμικά υπεύθυνο. Είναι μια επικίνδυνη απόπειρα κομματικής εκμετάλλευσης ενός τραγικού γεγονότος.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η προσπάθεια να παρουσιαστεί η ονομασία του νέου πολιτικού φορέα του Αλέξη Τσίπρα, η «ΕΛΑΣ», ως δήθεν ερέθισμα εμφυλιοπολεμικών αντανακλαστικών. Όταν η πολιτική επιχειρηματολογία επιστρέφει συνειδητά στα τραύματα του Εμφυλίου, δεν υπηρετεί την ενότητα και τη Δημοκρατία. Υπηρετεί τον φόβο και την πόλωση.
Ο πραγματικός στόχος δεν είναι μόνο ο Τσίπρας
Η Νέα Δημοκρατία γνωρίζει ότι ο Αλέξης Τσίπρας, τουλάχιστον στην παρούσα δημοσκοπική συγκυρία, εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από την πρώτη θέση. Το πραγματικό άγχος του κυβερνώντος κόμματος βρίσκεται αλλού.
Πρώτος στόχος είναι η επιστροφή των συντηρητικών ψηφοφόρων που απομακρύνονται από τη ΝΔ και παρακολουθούν τις κινήσεις του Αντώνη Σαμαρά. Πρόκειται για ένα ακροατήριο που θεωρεί ότι η κυβέρνηση έχει εγκαταλείψει τις παραδοσιακές θέσεις της παράταξης και αναζητά μια σκληρότερη δεξιά εκπροσώπηση.
Δεύτερος στόχος είναι οι δεξιόστροφοι και έντονα αντιΣΥΡΙΖΑ ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ. Η αναβίωση του φόβου απέναντι στον Τσίπρα μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός επανασυσπείρωσης γύρω από τη ΝΔ, αποδυναμώνοντας ταυτόχρονα τη Χαριλάου Τρικούπη.
Για ακόμη μία φορά, δηλαδή, το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να βρεθεί εγκλωβισμένο ανάμεσα στη ΝΔ και τον Τσίπρα, χωρίς καθαρή πολιτική γραμμή και χωρίς τη δυνατότητα να επιβάλει τη δική του ατζέντα.
Ο Δένδιας κρατά αποστάσεις από τον Κυρανάκη
Η επιθετική γραμμή Κυρανάκη δεν φαίνεται να γίνεται αποδεκτή από το σύνολο της Νέας Δημοκρατίας. Η τοποθέτηση του Νίκου Δένδια για το τρομοκρατικό χτύπημα κινήθηκε σε σαφώς διαφορετικό τόνο, χωρίς προσωπικές επιθέσεις και χωρίς απόπειρα κομματικής χρέωσης της τρομοκρατίας.
Η διαφοροποίηση δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Ο υπουργός Εθνικής Άμυνας επιχειρεί σταθερά να διατηρεί ένα περισσότερο θεσμικό και μετριοπαθές προφίλ, αποφεύγοντας τις ακρότητες που μπορεί να συσπειρώνουν ένα τμήμα της δεξιάς βάσης, αλλά ταυτόχρονα απομακρύνουν τους ψηφοφόρους του πολιτικού Κέντρου.
Παράλληλα, στον Νότιο Τομέα της Αθήνας προετοιμάζεται μια σκληρή εσωκομματική μάχη. Δένδιας, Θεοδωρικάκος, Κυρανάκης και Σπανάκης εμφανίζονται να αποτελούν τον βασικό κορμό των υποψηφίων της ΝΔ, ενώ η παρουσία του Ανδρέα Λοβέρδου δημιουργεί νέα δεδομένα.
Η ενδεχόμενη εκλογή του πρώην υπουργού του ΠΑΣΟΚ θα παρουσιαστεί ως επιβεβαίωση της διεύρυνσης της ΝΔ. Θα αποτελεί, όμως, ταυτόχρονα και μία ακόμη ένδειξη ότι το κυβερνών κόμμα αναζητά πολιτικές εφεδρείες έξω από τα παραδοσιακά του όρια.
Εμφύλιος Χρηστίδη – Διαμαντοπούλου στο ΠΑΣΟΚ
Εξίσου σκληρή αναμένεται η αναμέτρηση στον Νότιο Τομέα για το ΠΑΣΟΚ. Ο Παύλος Χρηστίδης και η Άννα Διαμαντοπούλου φαίνεται ότι θα δώσουν μάχη πολιτικής επιβίωσης, ιδιαίτερα εάν τα ποσοστά του κόμματος δεν επιτρέψουν την εκλογή δεύτερου βουλευτή.
Η μαζική παρουσία στελεχών και φίλων του ΠΑΣΟΚ στην εκδήλωση του Παύλου Χρηστίδη αποτέλεσε σαφή επίδειξη οργανωτικής δύναμης. Από την άλλη πλευρά, η Άννα Διαμαντοπούλου διαθέτει ισχυρές διασυνδέσεις, κυβερνητική εμπειρία και σημαντική επιρροή στον χώρο του εκσυγχρονιστικού Κέντρου.
Το ερώτημα, όμως, είναι βαθύτερο από το ποιος θα κερδίσει μία βουλευτική έδρα. Η σύγκρουση αποτυπώνει τη μάχη για την πολιτική φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ: θα κινηθεί προς μια σαφέστερη αντιπολιτευτική κατεύθυνση ή θα συνεχίσει να ανταγωνίζεται τη ΝΔ για το ίδιο κεντρώο και φιλελεύθερο ακροατήριο;
Ο Σαμαράς δεν πραγματοποιεί κοινωνικές επισκέψεις
Οι συναντήσεις του Αντώνη Σαμαρά με εν ενεργεία βουλευτές, πρώην στελέχη της ΝΔ και αυτοδιοικητικούς δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως απλές προσωπικές επαφές.
Το δείπνο με τους Χαράλαμπο Αθανασίου, Θεόφιλο Λεονταρίδη και Γιώργο Καρασμάνη επιβεβαιώνει ότι ο πρώην πρωθυπουργός διατηρεί ανοιχτούς διαύλους στο εσωτερικό της γαλάζιας Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Οι επαφές του με τον Πέτρο Τατούλη και άλλους αυτοδιοικητικούς δείχνουν ότι επιχειρεί να δημιουργήσει ευρύτερο πολιτικό και οργανωτικό δίκτυο, ιδιαίτερα στην Πελοπόννησο.
Η ΝΔ γνωρίζει ότι ο Σαμαράς δεν χρειάζεται να δημιουργήσει ένα κόμμα με διψήφια ποσοστά για να της προκαλέσει σοβαρό πρόβλημα. Αρκεί να αφαιρέσει κρίσιμες μονάδες από τη δεξιά δεξαμενή και να καταστήσει ακόμη δυσκολότερη την προοπτική αυτοδυναμίας.
Γι’ αυτό και η κυβερνητική στροφή προς τη σκληρή ρητορική δεν αφορά μόνο τον Τσίπρα. Αποτελεί ταυτόχρονα μήνυμα προς τους ψηφοφόρους που σκέφτονται να κινηθούν προς τον Σαμαρά: «Η ΝΔ παραμένει η παράταξη της τάξης και της ασφάλειας».
Η Καρυστιανού και ο κίνδυνος της εσωστρέφειας
Στο νέο πολιτικό εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού φαίνεται ότι καταγράφονται ήδη οι πρώτες δυσκολίες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που διακινούνται στο πολιτικό παρασκήνιο, η αρχική σκέψη για ένα διευρυμένο Πολιτικό Συμβούλιο περίπου 31 προσώπων εγκαταλείφθηκε και επιλέχθηκε ένα περισσότερο κλειστό σχήμα.
Η επιλογή αυτή αποδίδεται στον φόβο ένταξης στελεχών τα οποία δεν έχουν ακόμη κερδίσει την πλήρη εμπιστοσύνη της ηγεσίας. Ωστόσο, ένα πολιτικό κόμμα δεν μπορεί να αναπτυχθεί αποκλειστικά μέσα από έναν κλειστό κύκλο προσώπων.
Χρειάζεται οργάνωση, παρουσία στην κοινωνία, στελέχη με πραγματικές αρμοδιότητες και ανθρώπους που θα αναλάβουν το βάρος της εκπροσώπησης σε ολόκληρη τη χώρα. Η προσοχή είναι απαραίτητη, ιδιαίτερα σε έναν νέο πολιτικό φορέα. Όταν, όμως, μετατρέπεται σε διαρκή καχυποψία, μπορεί να οδηγήσει στην απομόνωση και στην απογοήτευση όσων αρχικά πίστεψαν στο εγχείρημα.
Η Μαρία Καρυστιανού διαθέτει ισχυρό κοινωνικό και ηθικό κεφάλαιο. Αυτό, όμως, δεν αρκεί από μόνο του για τη δημιουργία ενός λειτουργικού και δημοκρατικά οργανωμένου κόμματος.
Ο Τσίπρας ανοίγει τις πόρτες στους Πασόκους, αλλά όχι στους παλιούς Συριζαίους
Την ίδια στιγμή, συνεχίζονται οι μετακινήσεις στελεχών από το ΠΑΣΟΚ προς την «ΕΛΑΣ» του Αλέξη Τσίπρα. Η πολιτική λογική αυτής της επιλογής είναι εμφανής.
Ο πρώην πρωθυπουργός δεν θέλει ο νέος φορέας του να θεωρηθεί απλή μετονομασία του ΣΥΡΙΖΑ. Για τον λόγο αυτό κρατά αποστάσεις από πολλά στελέχη της προηγούμενης περιόδου, τα οποία θεωρεί ότι μεταφέρουν πολιτική φθορά και αναπαράγουν την εικόνα του παλιού κόμματος.
Αντίθετα, ένα στέλεχος προερχόμενο από το ΠΑΣΟΚ μπορεί να υπηρετήσει ευκολότερα το αφήγημα της διεύρυνσης και της δημιουργίας μιας νέας κεντροαριστερής παράταξης. Επιπλέον, πολλά τοπικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ διαθέτουν οργανωμένα δίκτυα, αυτοδιοικητικές αναφορές και προσωπική εκλογική επιρροή.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί σοβαρή πίεση στη Χαριλάου Τρικούπη. Όσο το ΠΑΣΟΚ δεν πείθει ότι μπορεί να αποτελέσει αυτόνομη κυβερνητική εναλλακτική, τόσο περισσότερα στελέχη του θα εξετάζουν τη μετακίνησή τους προς τον Τσίπρα.
Η πολιτική επιστρέφει στα παλιά χαρακώματα
Το πολιτικό σύστημα μπαίνει σταδιακά σε μια μακρά προεκλογική περίοδο. Η ΝΔ επιχειρεί να συσπειρώσει τη βάση της μέσω της ασφάλειας και του φόβου απέναντι στον Τσίπρα. Ο Σαμαράς οργανώνει τις δικές του δυνάμεις. Το ΠΑΣΟΚ αντιμετωπίζει εσωτερικές συγκρούσεις και διαρροές. Η Καρυστιανού προσπαθεί να μετατρέψει την κοινωνική δυναμική σε οργανωμένη πολιτική παρουσία.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ο κίνδυνος είναι προφανής: αντί για συζήτηση γύρω από την ακρίβεια, την οικονομία, την Υγεία, τη Δικαιοσύνη και την καθημερινότητα των πολιτών, η χώρα μπορεί να οδηγηθεί ξανά σε έναν τεχνητό πόλεμο συνθημάτων, φόβου και εμφυλιοπολεμικών αναφορών.
Η τρομοκρατία πρέπει να αντιμετωπίζεται από τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη και τις αρμόδιες αρχές. Δεν μπορεί να μετατρέπεται σε προεκλογικό εργαλείο ούτε να χρησιμοποιείται για την πολιτική ενοχοποίηση ολόκληρων παρατάξεων.
Γιατί όταν μια κυβέρνηση επενδύει στον φόβο, συνήθως σημαίνει ότι δυσκολεύεται να πείσει με το έργο της.

