Από τη ρήξη με τον ΣΥΡΙΖΑ στη φθορά της φράξιας: όταν η ανανεωτική Αριστερά ακυρώνει τα ίδια της τα συνέδρια, τα μέλη της και τελικά τον ίδιο της τον λόγο ύπαρξης
Η υπόθεση Χαρίτση, αν επιβεβαιωθούν τα δημοσιεύματα και οι πληροφορίες περί αποχώρησης ή παραμερισμού του, δεν είναι ένα απλό εσωκομματικό επεισόδιο. Δεν είναι μια «στιγμή έντασης» σε ένα νέο κόμμα που ψάχνει βηματισμό. Είναι κάτι βαθύτερο: η επιβεβαίωση ότι η ΝΕΑΡ ακολουθεί με αξιοθαύμαστη ταχύτητα την παλιά, γνώριμη διαδρομή της ανανεωτικής Αριστεράς προς την εσωστρέφεια, τον φραξιονισμό, την ιδεολογική αυταρέσκεια και τελικά την πολιτική αποσύνθεση.
Η ΝΕΑΡ γεννήθηκε από διάσπαση. Και ήδη δείχνει να απειλείται από όσα ακριβώς κουβαλούσε στο εσωτερικό της από την πρώτη μέρα.
Η διάσπαση δεν έφερε ανανέωση, έφερε μεταφορά παθογενειών
Όταν στελέχη αποχώρησαν από τον ΣΥΡΙΖΑ μετά την επικράτηση Κασσελάκη, το αφήγημά τους ήταν σαφές: ότι δεν μπορούσαν να συνυπάρξουν με μια εξέλιξη που θεωρούσαν πολιτική, οργανωτική και ιδεολογική εκτροπή. Επέλεξαν, τουλάχιστον τότε, να φύγουν χωρίς να συμμετάσχουν στο ωμό εσωτερικό ξεκαθάρισμα που ακολούθησε. Αυτό τους έδωσε ένα περιθώριο πολιτικής αξιοπρέπειας.
Όμως η αξιοπρέπεια της εξόδου δεν αρκεί για να θεμελιώσει την αξιοπιστία της συνέχειας.
Γιατί αντί η ΝΕΑΡ να μετατραπεί σε έναν χώρο πραγματικής ανασύνθεσης, σε ένα νέο πολιτικό εγχείρημα με καθαρή στρατηγική, κοινωνική γείωση και δημοκρατική λειτουργία, άρχισε πολύ γρήγορα να θυμίζει εκείνο ακριβώς το πολιτικό σύμπαν από το οποίο υποτίθεται ότι ήθελε να αποδράσει: μηχανισμοί, εσωτερικά ιερατεία, υπόγειες γραμμώσεις, αόρατες ισορροπίες, φράξιες που λειτουργούν πάνω από τα όργανα και στελέχη που μιλούν στο όνομα της δημοκρατίας μόνο όταν αυτή επιβεβαιώνει τις προειλημμένες επιλογές τους.
Το συνέδριο αποφάσισε. Η φράξια διόρθωσε
Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ουσία του προβλήματος.
Το πρώτο συνέδριο της ΝΕΑΡ αποφάσισε πολιτική κατεύθυνση. Επέλεξε το σχήμα του «Λαϊκού Μετώπου», διαμόρφωσε μια γραμμή, έδωσε μια κατεύθυνση. Θεωρητικά, σε ένα κόμμα που σέβεται τον εαυτό του, αυτό θα έπρεπε να είναι δεσμευτικό. Το συνέδριο είναι το ανώτερο όργανο. Αυτό λέει κάθε καταστατικό που δεν έχει γραφτεί για διακόσμηση.
Στην πράξη όμως συνέβη αυτό που εδώ και δεκαετίες δηλητηριάζει την ελληνική ανανεωτική Αριστερά: η κορυφή επιχείρησε να ακυρώσει τη βούληση της βάσης. Η γραμμή του συνεδρίου άρχισε να σχετικοποιείται, να εξουδετερώνεται, να ξαναγράφεται στην πράξη από κλειστούς κύκλους που θεωρούν ότι διαθέτουν μια ανώτερη πολιτική νομιμοποίηση από τα ίδια τα μέλη.
Έτσι, το συνέδριο μετατράπηκε σε τελετουργία και η πραγματική εξουσία επέστρεψε εκεί όπου πάντοτε κατοικεί σε αυτούς τους χώρους: στη φράξια.
Με μια φράση: το έφαγε η φράξια το Λαϊκό Μέτωπο.
Η παλιά αρρώστια της ανανεωτικής Αριστεράς
Όποιος παρακολουθεί την ιστορική διαδρομή αυτού του χώρου δεν μπορεί να εκπλαγεί. Από το ΚΚΕ Εσωτερικού και τις μετεξελίξεις του, μέχρι τον Συνασπισμό, τον ΣΥΡΙΖΑ και τώρα τη ΝΕΑΡ, υπάρχει ένα νήμα που ενώνει όλες τις διαδοχές και όλες τις αποτυχίες.
Είναι η πεποίθηση ότι η πολιτική δεν είναι υπόθεση κοινωνίας αλλά φωτισμένων μηχανισμών. Ότι η συλλογική βούληση είναι χρήσιμη μόνο όσο δεν ενοχλεί την εσωτερική επετηρίδα. Ότι η δημοκρατία είναι θεμιτή μόνο όταν δεν διαταράσσει την ιεραρχία των «σοβαρών», των «καλλιεργημένων», των «θεσμικών», των «ώριμων».
Αυτή η νοοτροπία παρήγαγε γενιές στελεχών που ξέρουν να μιλούν ατελείωτα για κοινωνικούς συσχετισμούς, αλλά αδυνατούν να σταθούν μέσα στην πραγματική κοινωνία. Που ξέρουν να περιγράφουν τον κόσμο, αλλά όχι να τον αγγίζουν. Που θεωρούν εαυτούς ιστορικά δικαιωμένους ακόμη κι όταν η κοινωνία έχει πάψει προ πολλού να τους ακούει.
Και έτσι η ανανεωτική Αριστερά, αντί να ανανεώνει, ανακυκλώνει. Αντί να ανοίγει δρόμους, διαχειρίζεται παρακμή.
Η τραγωδία μιας γενιάς που κάποτε είχε κάτι να πει
Το πιο οδυνηρό στοιχείο στην υπόθεση της ΝΕΑΡ είναι ότι μέσα σε αυτό το σχήμα βρέθηκαν και άνθρωποι που δεν προέρχονταν μόνο από μηχανισμούς. Βρέθηκαν και στελέχη μιας γενιάς που, σε άλλη εποχή, είχε πραγματικό πολιτικό ενδιαφέρον.
Άνθρωποι που διάλεξαν την Αριστερά όταν αυτή δεν είχε εξουσία, όταν δεν υποσχόταν κρατικά αξιώματα, όταν δεν εξασφάλιζε τίποτε. Άνθρωποι που έδωσαν νιάτα, δουλειά, ιδέες, πολιτική ενέργεια. Που συνέβαλαν σε αναζητήσεις όπως το Κοινωνικό Φόρουμ, στην αντιπαγκοσμιοποιητική κριτική, στη διαμόρφωση ενός νέου λεξιλογίου για την εποχή. Από τέτοιες διαδρομές ξεπήδησε η πρώτη δυναμική που αργότερα αξιοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ.
Κι όμως, ακόμη και αυτό το υλικό κατέληξε να αφομοιωθεί από την έλξη της «ομπρέλας», από τη γοητεία της αυτάρεσκης θεωρητικολογίας, από τη γνωστή ακαδημαϊκή, μεσοαστική ευρωπαϊκή Αριστερά που διαθέτει άποψη για τα πάντα αλλά επαφή με ελάχιστα.
Εκεί ακριβώς συνέβη η μετάλλαξη: το πολιτικό ένστικτο υποχώρησε μπροστά στην εσωτερική πειθαρχία του χώρου. Η δημιουργία έδωσε τη θέση της στη διαχείριση μηχανισμών. Η αναζήτηση υποτάχθηκε στην ορθοδοξία των «πεφωτισμένων».
Και κάπως έτσι, μια γενιά που μπορούσε να παράγει πολιτική, άρχισε να υπηρετεί φράξιες.
Ο Χαρίτσης ως σύμπτωμα, όχι ως εξαίρεση
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Χαρίτσης δεν φαίνεται να υπήρξε η εξαίρεση που ανέτρεπε τον κανόνα. Υπήρξε μάλλον το προσωρινό πρόσωπο μιας ισορροπίας που δεν μπορούσε να κρατήσει.
Αν πράγματι τώρα απομακρύνεται, αν πράγματι δεν χωρά πια στο εσωτερικό αυτής της εξίσωσης, τότε το μήνυμα είναι σαφές: η ΝΕΑΡ δεν αντέχει ούτε καν τα δικά της πολιτικά προσωπεία όταν αυτά παύουν να εξυπηρετούν τη βαθύτερη γραμμή του μηχανισμού. Επιστρέφει έτσι στην «αρχική της κατάσταση»: στην κατάσταση ενός χώρου που τρέφεται από την εσωτερική καθαρότητα και πεθαίνει από την πολιτική του ανυπαρξία.
Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι αν φεύγει ο Χαρίτσης. Το πρόβλημα είναι γιατί σε αυτόν τον χώρο όποιος επιχειρεί να δώσει πολιτική διέξοδο συντρίβεται τελικά πάνω στον τοίχο της εσωτερικής σήψης.
Η ΝΕΑΡ δεν περνά κρίση. Επιβεβαιώνει τον εαυτό της
Η εύκολη ανάγνωση θα πει ότι η ΝΕΑΡ περνά μια δύσκολη φάση. Ότι όλα τα νέα κόμματα δοκιμάζονται. Ότι χρειάζεται χρόνος, ωρίμανση, εσωτερική σύνθεση.
Αλλά εδώ δεν έχουμε μια φυσιολογική κρίση ωρίμανσης. Έχουμε πολύ πιο γρήγορα και πολύ πιο καθαρά την αναπαραγωγή ενός πολιτικού DNA που είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες. Η ΝΕΑΡ δεν παρεξέκλινε από την πορεία της. Επιβεβαίωσε την πορεία της.
Ακολούθησε τον ίδιο δρόμο που ακολούθησαν πριν από αυτήν τόσες εκδοχές της ίδιας οικογένειας: υψηλή ηθική ρητορεία προς τα έξω, χαμηλή εσωκομματική δημοκρατία προς τα μέσα. Μεγάλες λέξεις για συλλογικότητα, μικρή αντοχή στη συλλογική απόφαση. Διαρκής επίκληση της πολιτικής ευθύνης, μηδενική ανοχή όταν η βάση δεν επικυρώνει τις επιλογές των κορυφών.
Αυτή δεν είναι ανανέωση. Είναι απολίθωμα.
Η ΝΕΑΡ δεν κινδυνεύει να χαθεί επειδή της έλειψε η θεωρία, η ιστορική μνήμη ή η ηθική αυτοπεποίθηση. Αυτά τα είχε πάντα σε αφθονία. Κινδυνεύει να χαθεί γιατί παραμένει φυλακισμένη στην παλιά, ανίατη αρρώστια της ανανεωτικής Αριστεράς: να μιλά στο όνομα της δημοκρατίας, ενώ στην πράξη φοβάται τη βούληση των ίδιων της των μελών.
Και όταν ένα κόμμα ακυρώνει το συνέδριό του, αδειάζει τις αποφάσεις του, εξουδετερώνει την πολιτική του γραμμή και τελικά ανακυκλώνει τους ίδιους μηχανισμούς που υποτίθεται ότι πολεμούσε, τότε δεν βρίσκεται απλώς σε εσωκομματική κρίση.
Βρίσκεται ήδη στο στάδιο της αποσύνθεσης.

