Μέσα στην αγωνία να δείχνουμε επιτυχημένοι, κινδυνεύουμε να παραμελήσουμε όσα δίνουν πραγματικό βάρος στην παρουσία μας: την καλοσύνη, την αυτογνωσία και τη συνέπεια απέναντι στους ανθρώπους μας.
Υπάρχουν στιγμές που η αξία ενός ανθρώπου γίνεται ξεκάθαρη χωρίς να χρειαστεί να πει πολλά. Όταν κάθεται δίπλα σου σε έναν διάδρομο νοσοκομείου. Όταν σε ακούει χωρίς να κοιτάζει διαρκώς το κινητό του. Όταν θυμάται να σε ρωτήσει πώς είσαι, αφού έχει περάσει η πρώτη αναστάτωση και οι περισσότεροι έχουν επιστρέψει στην καθημερινότητά τους.
Σε αυτές τις μικρές, απαιτητικές στιγμές αποκαλύπτεται ο χαρακτήρας. Εκεί αποκτά περιεχόμενο και μια λέξη που χρησιμοποιούμε εύκολα, αλλά συχνά περιορίζουμε στην εμφάνιση: η ομορφιά.
Η δημόσια εικόνα μας απορροφά πολλή ενέργεια. Θέλουμε να φαινόμαστε δυνατοί, ενημερωμένοι, ευτυχισμένοι, άνθρωποι που ελέγχουν τη ζωή τους. Διαλέγουμε τι θα δείξουμε, διορθώνουμε τις ατέλειες μιας φωτογραφίας, προσέχουμε πώς θα ακουστεί μια κουβέντα. Μέχρι εδώ, τίποτε παράξενο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η φροντίδα της εικόνας καταλαμβάνει τον χώρο που θα έπρεπε να έχει η φροντίδα των σχέσεών μας.
Μπορεί κάποιος να μιλά υπέροχα για την αγάπη και να δυσκολεύεται να ακούσει τον άνθρωπο που ζει δίπλα του. Να υπερασπίζεται δημόσια την ευαισθησία και να γίνεται σκληρός με έναν εργαζόμενο που έκανε λάθος. Να ζητά κατανόηση για τον εαυτό του και να μην παραχωρεί στους άλλους ούτε το δικαίωμα μιας κακής ημέρας.
Ο σεβασμός δοκιμάζεται κυρίως εκεί όπου δεν υπάρχει κοινό για να μας επιβραβεύσει.
Στον τρόπο που διαφωνούμε. Στο αν αφήνουμε τον άλλον να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Στην προθυμία μας να αναγνωρίσουμε ότι τον αδικήσαμε. Στο αν μπορούμε να ζητήσουμε συγγνώμη χωρίς να ακολουθήσει αμέσως μια εξήγηση που μεταφέρει ξανά την ευθύνη επάνω του.
Αυτή η στάση απαιτεί αυτογνωσία. Και η αυτογνωσία έχει κόστος: μας αναγκάζει να εγκαταλείψουμε την ανακουφιστική ιδέα ότι έχουμε πάντοτε δίκιο.
Κουβαλάμε φόβους, ανασφάλειες, θυμό, παλιές απογοητεύσεις. Μερικές φορές πληγώνουμε επειδή δεν ξέρουμε πώς να εκφράσουμε αυτό που μας πονά. Η αναγνώριση αυτής της δυσκολίας είναι μια αρχή. Δεν αποτελεί, όμως, μόνιμη δικαιολογία για τη συμπεριφορά μας. Το «έτσι είμαι εγώ» μπορεί να γίνει ένας βολικός τρόπος να απαιτούμε από τους άλλους να υπομένουν όσα εμείς αρνούμαστε να αλλάξουμε.
Η αποδοχή των ατελειών μας αποκτά αξία όταν συνοδεύεται από ευθύνη. Όταν μπορούμε να πούμε «εδώ έσφαλα» και να προσπαθήσουμε έμπρακτα να διορθώσουμε το λάθος. Όταν επιτρέπουμε και στον απέναντι να είναι ατελής, χωρίς να τον καταδικάζουμε για κάθε αδυναμία του.
Το ίδιο ισχύει για την αγάπη. Η παρουσία δίπλα σε έναν άνθρωπο που περνά δύσκολα χρειάζεται υπομονή και πρακτική φροντίδα. Ένα φαγητό, μια μετακίνηση, λίγος χρόνος, η διάθεση να ακούσουμε ξανά τον ίδιο φόβο μπορούν να έχουν μεγαλύτερη σημασία από μια εντυπωσιακή δήλωση συμπαράστασης.
Χρειάζεται, επίσης, σεβασμός. Ο άνθρωπος που υποφέρει διατηρεί τη δική του φωνή, τις επιθυμίες και την αξιοπρέπειά του. Η βοήθεια οφείλει να του αφήνει χώρο. Να μη γίνεται έλεγχος, επίδειξη γενναιοδωρίας ή χρέος που θα του υπενθυμίσουμε αργότερα. Και όποιος προσφέρει φροντίδα δικαιούται να κουραστεί, να ζητήσει βοήθεια, να θέσει όρια.
Η ανθρωπιά καλλιεργείται μέσα σε τέτοιες καθημερινές επιλογές. Στην ειλικρίνεια μιας δύσκολης συζήτησης. Στη διακριτικότητα απέναντι στον πόνο. Στη χαρά που μπορούμε να νιώσουμε για την πρόοδο κάποιου άλλου. Στη συνέπεια ανάμεσα σε όσα υποσχόμαστε και σε όσα τελικά κάνουμε.
Αξίζει, λοιπόν, να αναρωτηθούμε τι βιώνουν οι άνθρωποι όταν βρίσκονται κοντά μας. Μπορούν να μιλήσουν ελεύθερα; Νιώθουν ότι τους ακούμε; Χωρούν στη σχέση μας ακόμη και τις ημέρες που δεν έχουν δύναμη, κέφι ή κάτι χρήσιμο να προσφέρουν;
Οι απαντήσεις βρίσκονται στη συμπεριφορά μας. Και εκεί έχουμε καθημερινά την ευκαιρία να γίνουμε καλύτεροι: με ένα τηλεφώνημα που αναβάλλουμε, μια συγγνώμη που χρωστάμε, λίγο χρόνο που μπορούμε να διαθέσουμε. Από αυτές τις πράξεις γίνεται πιο όμορφη η ζωή που μοιραζόμαστε.

