Υπάρχουν ψηφοφορίες που περνούν απαρατήρητες. Και υπάρχουν ψηφοφορίες που, ακόμη κι αν βαφτίζονται «μη δεσμευτικές», λειτουργούν σαν πρόβα νόμου: γράφουν γραμμή, νομιμοποιούν αφηγήματα, χτίζουν “κεκτημένο” για την επόμενη μέρα.
Αυτό ακριβώς συνέβη με κείμενο που συζητήθηκε και ψηφίστηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο πλαίσιο των προτεραιοτήτων για πολιτικές ισότητας και αντιμετώπισης της βίας. Εκεί, σε μια σειρά διατυπώσεων, μπήκε και το πιο εκρηκτικό σημείο: η ιδέα ότι οι «trans γυναίκες» αντιμετωπίζονται ως “γυναίκες” — όχι ως κοινωνική πραγματικότητα προς σεβασμό, αλλά ως θεσμική εξίσωση.
Και κάπου εδώ η συζήτηση σταματά να είναι «ποιος σέβεται ποιον» και γίνεται αυτό που πάντα ήταν: πολιτική για ορισμούς. Γιατί όταν ένας θεσμός ορίζει, δεν κάνει ποίηση. Κάνει πλαίσιο.
Τι είναι (και τι δεν είναι) αυτή η ψήφος
Τι είναι: ένα θεσμικό σήμα. Μια θέση που «γράφεται» σε επίσημο κείμενο και μετά ανακυκλώνεται σε εκθέσεις, οδηγίες, χρηματοδοτήσεις, “καλές πρακτικές”, εκπαιδευτικά προγράμματα, αξιολογήσεις.
Τι δεν είναι: αυτόματη αλλαγή νόμων σε όλα τα κράτη. Δεν ξυπνάς την επόμενη μέρα και έχει αλλάξει το εθνικό δίκαιο. Αλλά μην κοροϊδευόμαστε: έτσι αρχίζουν οι μετατοπίσεις.
Η κρίσιμη διάκριση που σκόπιμα μπερδεύεται
Υπάρχουν δύο διαφορετικά πράγματα:
- Ο σεβασμός στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια (αδιαπραγμάτευτος).
- Η θεσμική/νομική κατάργηση των ορισμών “άντρας/γυναίκα” εκεί όπου ο ορισμός έχει πρακτική συνέπεια.
Το πρώτο είναι θέμα πολιτισμού. Το δεύτερο είναι θέμα ασφάλειας δικαίου.
Γιατί ο ορισμός “γυναίκα” δεν είναι αφηρημένη έννοια. Συνδέεται με πολύ συγκεκριμένα πεδία:
- στατιστική και δημόσιες πολιτικές (τι μετράς, τι στοχεύεις, τι αξιολογείς),
- υγεία και πρωτόκολλα,
- αθλητισμό,
- σωφρονιστικό/κρατητήρια,
- χώρους προστασίας (δομές φιλοξενίας, καταφύγια θυμάτων, αποδυτήρια).
Εκεί δεν χωρά “ασάφεια με καλές προθέσεις”. Η ασάφεια γίνεται σύγκρουση δικαιωμάτων.
Η αποχή ως πολιτικό άλλοθι
Σε τέτοιες ψηφοφορίες, η αποχή δεν είναι «ουδετερότητα». Είναι το πιο βολικό εργαλείο:
- δεν συγκρούεσαι με κανέναν,
- δεν χρεώνεσαι κόστος,
- αφήνεις τους άλλους να καούν,
- και μετά λες “εγώ δεν πήρα θέση”.
Μόνο που εδώ το ερώτημα είναι ωμό: ή στηρίζεις τη θεσμική εξίσωση ή δεν τη στηρίζεις. Το “παρών” είναι πολιτικό σκότος — και το σκότος δεν είναι επιλογή όταν νομοθετείς λέξεις.
- Δεν είναι “συζήτηση ευαισθησίας”. Είναι μάχη για ορισμούς.
- Ο σεβασμός στους ανθρώπους δεν σημαίνει κατάργηση της νομικής σαφήνειας.
- Όταν θεσμός γράφει “αναγνώριση”, χτίζει προηγούμενο.
- Η αποχή δεν είναι μέση λύση. Είναι μεταμφιεσμένη θέση.
- Οι λέξεις που περνούν σε κείμενα, αύριο περνούν σε κανόνες.
- Η Ευρώπη δεν απέφυγε τη σύγκρουση: την υπέγραψε με κουμπί ψηφοφορίας.
Τα 7 ερωτήματα που δεν απαντιούνται με συνθήματα
- Τι ακριβώς σημαίνει «αναγνώριση» σε θεσμικό κείμενο: πολιτική κατεύθυνση ή “ορισμός”;
- Ποια πεδία επηρεάζει άμεσα/έμμεσα (χώροι προστασίας, αθλητισμός, στατιστική, σωφρονιστικό);
- Ποια εγγύηση μπαίνει ώστε να μη δημιουργηθεί σύγκρουση δικαιωμάτων;
- Πώς θωρακίζονται οι γυναίκες σε δομές/χώρους που είναι ήδη ευάλωτοι;
- Ποιος λογοδοτεί όταν η ασάφεια φέρει πρακτικό πρόβλημα;
- Γιατί κάποιοι επέλεξαν αποχή αντί για καθαρή θέση;
- Πόσο “μη δεσμευτικό” είναι κάτι που αύριο θα επικαλούνται ως ευρωπαϊκό κεκτημένο;
Στο τέλος, το δίλημμα είναι απλό:
Άλλο ο σεβασμός σε κάθε άνθρωπο — και άλλο να απαιτείται από κοινωνίες και θεσμούς να αποδεχτούν ότι οι ορισμοί είναι λάστιχο.
Η πολιτική δεν είναι ψυχοθεραπεία. Είναι κανόνες. Και οι κανόνες απαιτούν σαφήνεια.
Όταν έρχεται η ώρα της σαφήνειας, η αποχή δεν είναι “ευγένεια”. Είναι υποχώρηση χωρίς υπογραφή.

