Η μάχη για τις 61 έδρες, οι δύσκολες συμμαχίες του Αϊζενκοτ και τα σενάρια που αφήνουν ανοιχτή την παραμονή του σημερινού πρωθυπουργού.
Στο Ισραήλ, η απόσταση ανάμεσα στην εκλογική πρωτιά και την πρωθυπουργία μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερη από τη διαφορά των ψήφων. Στις κάλπες της Τρίτης 27 Οκτωβρίου, ο Μπέντζαμιν Νετανιάχου διεκδικεί την πολιτική του επιβίωση, γνωρίζοντας ότι ακόμη και μια δεύτερη θέση για το Λικούντ δεν αποκλείει τον σχηματισμό κυβέρνησης υπό την ηγεσία του. Το αποφασιστικό μέγεθος θα είναι η κοινοβουλευτική δύναμη των διαθέσιμων συμμάχων του.
Ο Γκάντι Αϊζενκοτ, επικεφαλής του Yashar και πρώην αρχηγός των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, εμφανίζεται σε αρκετές δημοσκοπήσεις να προηγείται. Ωστόσο, η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα που δεν λύνεται μόνο στην κάλπη: η κοινή επιθυμία απομάκρυνσης του Νετανιάχου δεν συνεπάγεται συμφωνία για την επόμενη κυβέρνηση.
Η Κνεσέτ διαθέτει 120 έδρες και η απόλυτη πλειοψηφία βρίσκεται στις 61. Οι πολίτες ψηφίζουν κομματικούς συνδυασμούς, με όριο εισόδου στη Βουλή το 3,25%. Επομένως, η τύχη ενός μικρότερου κόμματος μπορεί να μεταβάλει ουσιαστικά τον συνολικό συσχετισμό και να καθορίσει ποιος διαθέτει βιώσιμη διαδρομή προς την εξουσία.
Το προηγούμενο του 2021 είναι χαρακτηριστικό: ο Ναφτάλι Μπένετ ανέλαβε την πρωθυπουργία, παρότι η Γιαμίνα είχε κερδίσει μόλις επτά έδρες. Η διαπραγματευτική του θέση μέσα σε έναν ευρύτερο συνασπισμό αποδείχθηκε ισχυρότερη από το περιορισμένο εκλογικό του μέγεθος.
Αυτήν ακριβώς τη σημασία των συμμαχιών γνωρίζει ο Νετανιάχου. Στην τελική ευθεία της αναμέτρησης, η στρατηγική του επικεντρώνεται στη μέγιστη κινητοποίηση του δεξιού και θρησκευτικού ακροατηρίου που στηρίζει τον κυβερνητικό συνασπισμό.
Όπως εκτιμά στην «Καθημερινή» η πολιτική αναλύτρια και ερευνήτρια κοινής γνώμης Ντάλια Σάιντλιν, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δυσκολεύεται να διευρύνει την επιρροή του προς μετριοπαθέστερους ψηφοφόρους. Η ένταση της ρητορικής, οι επιθέσεις στην αντιπολίτευση και η ανάδειξη ακραίων υποψηφίων υπηρετούν, κατά την ανάλυσή της, την προσπάθεια συσπείρωσης της ήδη υπάρχουσας βάσης του.
Στην ίδια προεκλογική εξίσωση εντάσσεται η σύγκρουση με το Ιράν. Οι υποστηρικτές του πιστώνουν στον Νετανιάχου την αμερικανική στρατιωτική συμπαράταξη. Οι επικριτές του αντιτείνουν ότι οι επιχειρήσεις δεν απέδωσαν την ολοκληρωτική νίκη που είχε υποσχεθεί. Σύμφωνα με την ανάλυση που παρουσιάζεται στο δημοσίευμα, αυτές οι αντίθετες αναγνώσεις φαίνεται περισσότερο να επιβεβαιώνουν τις υφιστάμενες πολιτικές προτιμήσεις παρά να προκαλούν μεγάλες μετακινήσεις ψηφοφόρων.
Ούτε η δημόσια υποστήριξη του Ντόναλντ Τραμπ έχει αποδειχθεί, κατά τη Σάιντλιν, αρκετή για να ανατρέψει τις ισορροπίες. Ο Νετανιάχου την αξιοποιεί ως ένδειξη διεθνούς επιρροής, αλλά η εκλογική της αποτελεσματικότητα παραμένει περιορισμένη μέσα σε μια βαθιά πολωμένη κοινωνία.
Για τον Αϊζενκοτ, η δυσκολότερη διαπραγμάτευση ενδέχεται να αρχίσει μετά την καταμέτρηση. Ένα από τα σενάρια είναι η συγκρότηση κυβέρνησης μειοψηφίας, με εξωτερική κοινοβουλευτική στήριξη ή ανοχή, και στη συνέχεια η αναζήτηση συμφωνίας με πρόσθετους εταίρους.
Η Ταμάρ Χέρμαν, ανώτερη ερευνήτρια στο Ινστιτούτο Δημοκρατίας του Ισραήλ, περιγράφει στην «Καθημερινή» ως πιθανή διέξοδο μια μετεκλογική συνεννόηση με κάποιο υπερορθόδοξο εβραϊκό κόμμα. Πρόκειται, όμως, για ενδεχόμενο που προϋποθέτει αμοιβαίες παραχωρήσεις και πολιτικές συμφωνίες οι οποίες σήμερα δεν είναι δεδομένες.
Αντίθετα, η συμμετοχή αραβικών κομμάτων σε κυβερνητικό σχήμα προσκρούει στις αντιρρήσεις πιθανών εταίρων του Αϊζενκοτ. Εδώ βρίσκεται μία από τις σημαντικότερες αδυναμίες της αντιπολίτευσης: οι έδρες κομμάτων που αντιτίθενται στον Νετανιάχου δεν μετατρέπονται αυτομάτως σε κοινή κυβερνητική πλειοψηφία.
Παράλληλα, η 7η Οκτωβρίου 2023 εξακολουθεί να βαραίνει την πολιτική ζωή. Κατά τη Χέρμαν, όμως, το τραύμα εκείνης της ημέρας ενίσχυσε σε μεγάλο βαθμό την προσκόλληση στα προϋπάρχοντα στρατόπεδα. Ακόμη και η συζήτηση για τις ευθύνες της αποτυχίας ασφαλείας περνά μέσα από αυτήν την πόλωση.
Εάν οι μετεκλογικές διαπραγματεύσεις αποτύχουν συνολικά, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο νέων εκλογών, με την απερχόμενη κυβέρνηση να συνεχίζει μεταβατικά τα καθήκοντά της.
Η κάλπη, συνεπώς, θα δώσει την κατανομή των εδρών. Η εξουσία θα κριθεί στις συμφωνίες που θα ακολουθήσουν. Για τον Αϊζενκοτ, η πρόκληση είναι να μετατρέψει την εκλογική δυναμική σε κυβερνητική συνεργασία. Για τον Νετανιάχου, οι διαφωνίες των αντιπάλων του μπορεί να αποδειχθούν εξίσου καθοριστικές με τις ψήφους των υποστηρικτών του.

