Η κυβέρνηση απορρίπτει την επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού ως πολιτική επιλογή, ενώ εμφανίζει υπερπλεονάσματα δισεκατομμυρίων και παραχωρεί για 40 χρόνια το αεροδρόμιο της Καλαμάτας
Δεν ήταν απλώς μια οικονομική εκτίμηση. Δεν ήταν ένα ακόμη «δεν αντέχει ο προϋπολογισμός». Ήταν μια καθαρή πολιτική ομολογία:
«Και να υπήρχαν αυτά τα χρήματα, δεν θα έπρεπε να είναι αυτή η προτεραιότητα».
Με αυτή τη φράση ο Κυριάκος Πιερρακάκης έκλεισε την πόρτα στην επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού στο Δημόσιο, καθώς και των αντίστοιχων συντάξεων. Η δήλωση δεν έγινε τώρα, αλλά επανέρχεται στην επικαιρότητα επειδή περιγράφει με απόλυτη σαφήνεια τη φιλοσοφία της κυβέρνησης Μητσοτάκη: ακόμη και αν υπάρχουν δημοσιονομικά περιθώρια, οι εργαζόμενοι και οι συνταξιούχοι δεν αποτελούν προτεραιότητα.
Και αυτό είναι πολύ χειρότερο από το γνωστό «δεν υπάρχουν λεφτά».
Τα ίδια τους τα νούμερα τούς διαψεύδουν
Η κυβέρνηση έχει χρησιμοποιήσει επανειλημμένα το ποσό των 7,8 έως 8 δισ. ευρώ για να απορρίψει συνολικά την επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού και της 13ης και 14ης σύνταξης. Τον Μάρτιο του 2025 ο ίδιος ο Κυριάκος Πιερρακάκης μιλούσε για κόστος περίπου 3 δισ. ευρώ για τα δώρα στο Δημόσιο και 5 δισ. ευρώ για τις συντάξεις. Επομένως, το ποσό των 7,8 δισ. δεν ήταν κάποια «φήμη» της αντιπολίτευσης. Ήταν κυβερνητικό επιχείρημα.
Αργότερα εμφανίστηκαν χαμηλότερες εκτιμήσεις, κοντά στα 5,3–5,5 δισ. ευρώ. Το κρίσιμο, όμως, είναι ότι δεν κοστολογούνται πάντοτε τα ίδια μέτρα: άλλο είναι ένας επιπλέον μισθός, άλλο δύο πλήρη δώρα, άλλο μία πλήρης σύνταξη για όλους και άλλο μια κλιμακωτή ενίσχυση χαμηλοσυνταξιούχων.
Η κυβέρνηση, λοιπόν, οφείλει να σταματήσει να μετακινεί τον λογαριασμό ανάλογα με το πολιτικό ακροατήριο. Να παρουσιάσει επίσημη, αναλυτική κοστολόγηση για κάθε εναλλακτικό σενάριο και να εξηγήσει ποιο ακριβώς απορρίπτει.
Διότι χρήματα, όπως αποδεικνύεται, υπάρχουν.
Το πρωτογενές πλεόνασμα του 2025 έφθασε τα 12,1 δισ. ευρώ, δηλαδή το 4,9% του ΑΕΠ, ξεπερνώντας κατά περίπου 2,9 δισ. ευρώ τον στόχο. Και στο πρώτο πεντάμηνο του 2026 καταγράφηκε νέα υπέρβαση του στόχου κατά περίπου 2,2–2,4 δισ. ευρώ.
Άρα το ερώτημα δεν είναι μόνο αν υπάρχουν χρήματα. Είναι ποιος πληρώνει για να δημιουργηθούν τα υπερπλεονάσματα και σε ποιον επιστρέφονται.
Μεσαία τάξη στα λόγια – φορολογική εξάντληση στην πράξη
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υπόσχεται ξανά «στήριξη της μεσαίας τάξης». Της ίδιας μεσαίας τάξης που πιέζεται από την ακρίβεια, το κόστος ενέργειας, τα καύσιμα, τη στέγη, τις τραπεζικές χρεώσεις και μια ψηφιακή γραφειοκρατία που μεταφέρει συνεχώς νέες υποχρεώσεις και κόστος στον πολίτη και στον μικρό επαγγελματία.
Η κυβέρνηση εισπράττει περισσότερα από όσα προϋπολογίζει, πανηγυρίζει για την υπεραπόδοση και επιστρέφει ένα μικρό μέρος με επιδόματα, «καλάθια» και προεκλογικές εξαγγελίες.
Αυτό δεν είναι στήριξη της μεσαίας τάξης. Είναι μόνιμη αφαίμαξη και περιστασιακή επιστροφή ψιχίων.
Για τους πολίτες «δεν υπάρχουν» – για τις παραχωρήσεις υπάρχει πάντα δρόμος
Την ίδια ώρα, η Βουλή καλείται να κυρώσει τη σύμβαση παραχώρησης του αεροδρομίου της Καλαμάτας. Η διαχείριση, η λειτουργία και η εκμετάλλευσή του παραδίδονται για 40 χρόνια –με συνολική διάρκεια σύμβασης 42 ετών– σε σχήμα με επικεφαλής τη γερμανική Fraport και συμμετοχή των ομίλων Κοπελούζου και Κωνσταντακόπουλου.
Το αρχικό τίμημα είναι 45 εκατ. ευρώ. Από το τέταρτο έτος προβλέπεται μεταβλητή αμοιβή μόλις 0,10% επί των εσόδων του παραχωρησιούχου, μαζί με ελάχιστο εγγυημένο αντάλλαγμα. Παράλληλα, το Υπερταμείο θα καταβάλει χρηματοδοτική συμβολή 8 εκατ. ευρώ, ενώ η έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου καταγράφει ενδεχόμενες κρατικές δαπάνες για απαλλοτριώσεις και αποζημιώσεις, αλλά και απώλεια δημοσίων εσόδων από ειδικές φορολογικές απαλλαγές.
Αυτό είναι το κυβερνητικό μοντέλο: τα έσοδα και η εκμετάλλευση σε ιδιωτικό σχήμα για δεκαετίες, ενώ το Δημόσιο διατηρεί υποχρεώσεις, χρηματοδοτικές συνεισφορές και κινδύνους.
Για τους εργαζόμενους υπάρχει η αυστηρή αριθμητική. Για τους παραχωρησιούχους υπάρχει η δημιουργική λογιστική.
Δεν είναι αδυναμία – είναι επιλογή
Το «και να τα είχαμε, δεν θα τα δίναμε» δεν αποτελεί λεκτικό ολίσθημα. Είναι η συμπυκνωμένη έκφραση μιας εξουσίας που θεωρεί ότι δεν χρειάζεται πλέον ούτε να προσποιείται.
Η κυβέρνηση πιστεύει ότι μπορεί να φορολογεί, να συγκεντρώνει υπερπλεονάσματα, να παραχωρεί δημόσιες υποδομές για τέσσερις δεκαετίες και ταυτόχρονα να εμφανίζεται ως προστάτης της μεσαίας τάξης.
Ίσως θεωρεί ότι οι πολίτες έχουν συνηθίσει τόσο πολύ την πίεση, ώστε θα αποδεχθούν και την περιφρόνηση. Όμως αυτή τη φορά η φράση ειπώθηκε καθαρά:
Τα χρήματα μπορεί να υπάρχουν. Απλώς η κοινωνία δεν είναι η προτεραιότητά τους.

