Η αναγνώριση των αλλαγών στο στήθος, ο κατάλληλος προληπτικός έλεγχος και η έγκαιρη πρόσβαση στη θεραπεία αποτελούν βασικά βήματα για την αντιμετώπιση της νόσου.
Ο καρκίνος του μαστού είναι μια διάγνωση που προκαλεί φόβο, αλλά η ενημέρωση μπορεί να βοηθήσει κάθε γυναίκα να κάνει το επόμενο σωστό βήμα. Η ανίχνευσή του σε πρώιμο στάδιο, σε συνδυασμό με την κατάλληλη θεραπεία, βελτιώνει τις πιθανότητες επιτυχούς αντιμετώπισης. Το κρίσιμο μήνυμα είναι σαφές: μια νέα αλλαγή στο στήθος χρειάζεται ιατρική αξιολόγηση, ακόμη και όταν δεν πονά.
Η απουσία οικογενειακού ιστορικού δεν αποτελεί εγγύηση προστασίας. Οι περισσότερες γυναίκες που διαγιγνώσκονται δεν έχουν γνωστό οικογενειακό ιστορικό της νόσου. Παράλληλα, παρότι αφορά κυρίως γυναίκες, καρκίνος του μαστού εμφανίζεται σπανιότερα και στους άνδρες.
Οι αλλαγές που χρειάζονται προσοχή
Ένα νέο ογκίδιο ή μια σκλήρυνση στον μαστό, αλλαγή στο μέγεθος ή στο σχήμα του, εισολκή της θηλής, ασυνήθιστη έκκριση —ιδίως αιματηρή— και αλλοιώσεις στο δέρμα είναι ευρήματα που πρέπει να αξιολογούνται.
Τα περισσότερα ογκίδια δεν είναι καρκίνος. Αυτό, όμως, μπορεί να το διαπιστώσει η κατάλληλη διερεύνηση και όχι η αναμονή ή η αυτοδιάγνωση.
Ακόμη και μια πρόσφατη φυσιολογική μαστογραφία δεν αποτελεί λόγο να αγνοηθεί ένα νέο σύμπτωμα. Όποια παρατηρεί κάτι διαφορετικό στο στήθος της πρέπει να επικοινωνεί με γιατρό, χωρίς να περιμένει τον επόμενο προγραμματισμένο έλεγχο.
Η μαστογραφία και τα όρια της αυτοεξέτασης
Ο προσυμπτωματικός έλεγχος απευθύνεται σε ανθρώπους χωρίς συμπτώματα. Η μαστογραφία αποτελεί βασική εξέταση, καθώς μπορεί να εντοπίσει ύποπτες αλλοιώσεις πριν γίνουν αντιληπτές με την ψηλάφηση. Η ηλικία έναρξης και η συχνότητα του ελέγχου χρειάζεται να συζητούνται με τον γιατρό, με βάση το ατομικό ιστορικό και τον κίνδυνο κάθε γυναίκας.
Η εξοικείωση με τη φυσιολογική εικόνα και αίσθηση του στήθους βοηθά στην αναγνώριση αλλαγών. Ωστόσο, η αυτοεξέταση δεν υποκαθιστά τη μαστογραφία ούτε αποτελεί από μόνη της επαρκή μέθοδο προσυμπτωματικού ελέγχου.
Χρειάζεται επίσης ειλικρινής ενημέρωση για τα όρια των εξετάσεων. Ένα ύποπτο εύρημα δεν σημαίνει αυτόματα καρκίνο και μπορεί να απαιτήσει συμπληρωματικό έλεγχο. Αντίστοιχα, καμία εξέταση δεν εντοπίζει όλες τις περιπτώσεις. Ο έλεγχος μπορεί επίσης να οδηγήσει σε υπερδιάγνωση, δηλαδή στην ανίχνευση καρκίνων που δεν θα προκαλούσαν πρόβλημα στη διάρκεια της ζωής. Αυτά συζητούνται με τον γιατρό, μαζί με τα οφέλη της έγκαιρης ανίχνευσης.
Η μείωση του κινδύνου δεν σημαίνει απόλυτη προστασία
Η τακτική σωματική δραστηριότητα, η διατήρηση υγιούς βάρους, ιδιαίτερα μετά την εμμηνόπαυση, και ο περιορισμός του αλκοόλ μπορούν να συμβάλουν στη μείωση του κινδύνου. Δεν τον μηδενίζουν, όμως, ούτε σημαίνει ότι μια γυναίκα που νόσησε ευθύνεται για την ασθένειά της.
Θεραπεία με βάση τις ανάγκες κάθε ασθενούς
Η αντιμετώπιση εξαρτάται από τον τύπο και το στάδιο της νόσου και μπορεί να περιλαμβάνει χειρουργείο, ακτινοθεραπεία και φαρμακευτικές θεραπείες. Δεν χρειάζονται όλες οι ασθενείς την ίδια αγωγή ούτε κάθε διάγνωση οδηγεί υποχρεωτικά σε μαστεκτομή.
Πίσω από κάθε διάγνωση βρίσκεται ένας άνθρωπος με οικογένεια, εργασία, φόβους και ανάγκες. Η ουσιαστική στήριξη σημαίνει κατανοητές απαντήσεις, πρόσβαση στις εξετάσεις και στη θεραπεία, αλλά και σεβασμό στον τρόπο με τον οποίο κάθε ασθενής βιώνει την εμπειρία της.
Το ζητούμενο είναι η ενημέρωση να γίνεται πράξη: να μην αγνοούνται οι αλλαγές στο σώμα και να υπάρχει διαθέσιμη φροντίδα όταν χρειάζεται. Κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να αντιμετωπίζει μόνος του αυτή τη διαδρομή.

