Αιχμές για τις προτεραιότητες στις μεταφορές και αίτημα λογοδοσίας για την απόρριψη συμμετοχής στην κατάθεση στεφάνων της 28ης Οκτωβρίου.
Την προστασία της ανθρώπινης ζωής απέναντι στη λογική της αναβολής των αναγκαίων έργων ασφαλείας έθεσε στο επίκεντρο η Μαρία Καρυστιανού, σε παρέμβασή της στο OPEN στις 29 Οκτωβρίου. Η επικεφαλής της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» συνέδεσε την ανάγκη ασφαλών μετακινήσεων με τις προτεραιότητες της δημόσιας χρηματοδότησης, ενώ ζήτησε απαντήσεις για την απόρριψη αιτημάτων κατάθεσης στεφάνων στην εθνική επέτειο.
Οι εικόνες από τη σιδηροδρομική τραγωδία στην Ισπανία έφεραν ξανά στο προσκήνιο το προσωπικό της βίωμα από τα Τέμπη. Μιλώντας για τις διαδικασίες ταυτοποίησης των θυμάτων, ανέφερε ότι την επέστρεψαν στις ημέρες της δικής της απώλειας. Εξέφρασε συλλυπητήρια στις οικογένειες, ευχήθηκε γρήγορη ανάρρωση στους τραυματίες και να μη μεγαλώσει άλλο ο αριθμός των νεκρών.
Η αναφορά της, όμως, δεν έμεινε στη συγκίνηση. Έθεσε το ερώτημα γιατί η ενίσχυση της ασφάλειας εξακολουθεί να συζητείται αφού έχουν χαθεί ανθρώπινες ζωές.
«Δεν μπορεί να πεθαίνει ο κόσμος όμως για να κάνουμε αναβαθμίσεις», τόνισε.
Με αφορμή το ρεπορτάζ που είχε προηγηθεί στην εκπομπή, επέκρινε τη λογική να σταθμίζεται το κόστος των παρεμβάσεων απέναντι στον κίνδυνο για τους επιβάτες. Δεν παρουσίασε τεχνικό πόρισμα για το ισπανικό δυστύχημα· αναφέρθηκε στις τότε διαθέσιμες πληροφορίες, επισημαίνοντας ότι η διερεύνηση βρισκόταν σε εξέλιξη.
Στην ίδια τοποθέτηση επανέφερε τον αγώνα των οικογενειών των θυμάτων των Τεμπών. Όπως είπε, τριάμισι χρόνια μετά εξακολουθούν να διεκδικούν πλήρη γνώση των ακριβών αιτίων της τραγωδίας.
Η Καρυστιανού συνέδεσε ευθέως το ζήτημα με τα χρήματα των φορολογουμένων. Υποστήριξε ότι οι πολίτες χρηματοδοτούν τα δημόσια έργα και έχουν κάθε λόγο να απαιτούν προτεραιότητα στην προστασία των παιδιών τους και όλων όσοι χρησιμοποιούν τις μεταφορές.
Στο ίδιο πλαίσιο τοποθέτησε την υγεία και την παιδεία, υπογραμμίζοντας ότι η ασφαλής καθημερινή μετακίνηση αποτελεί στοιχειώδη υποχρέωση της πολιτείας. Το βασικό μήνυμα της παρέμβασής της ήταν ότι η πρόληψη πρέπει να προηγείται της απώλειας και οι αναγκαίες παρεμβάσεις να γίνονται εγκαίρως.
Στο δεύτερο μέρος της συνέντευξης, η συζήτηση επικεντρώθηκε στα αιτήματα για κατάθεση στεφάνων στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη.
Σύμφωνα με την ίδια, το αίτημα είχε υποβληθεί στις 13 Οκτωβρίου, αλλά η αρνητική απάντηση έφτασε το μεσημέρι της 27ης Οκτωβρίου. Υποστήριξε ότι η επίκληση του σχετικού ΦΕΚ δεν δικαιολογούσε τον αποκλεισμό, καθώς, κατά την ερμηνεία της, το κείμενο καθορίζει τη σειρά προβαδίσματος των συμμετεχόντων. Επικαλέστηκε επίσης έγγραφο του υπουργείου Εσωτερικών της 5ης Οκτωβρίου για τη συμμετοχή πολιτικών κομμάτων.
Για τη συγκεκριμένη τελετή στη Θεσσαλονίκη έχει διατυπωθεί και διαφορετική εξήγηση. Σε άλλη τηλεοπτική συνέντευξη, οι παρουσιαστές μετέφεραν ενημέρωση από τον δήμαρχο και το Γ΄ Σώμα Στρατού, σύμφωνα με την οποία καταθέτει στεφάνι μόνο ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, εκπροσωπώντας τον πολιτικό κόσμο. Η εξήγηση αυτή αφορά τη συγκεκριμένη τελετή και δεν απαντά αυτομάτως σε κάθε αίτημα που υποβλήθηκε σε άλλον τόπο.
Η Καρυστιανού, πάντως, έδωσε στην υπόθεση ευρύτερη πολιτική διάσταση. Μίλησε για «θεσμική εκτροπή», κατήγγειλε στοχοποίηση και ζήτησε να λογοδοτήσει το υπουργείο Εσωτερικών. Οι αναφορές της σε παραβίαση του πλαισίου και πολιτικό αποκλεισμό αποτελούν δικές της καταγγελίες, για τις οποίες απαιτείται σαφής τεκμηρίωση και απάντηση από τους αρμοδίους.
Η επικεφαλής της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» υποστήριξε ακόμη ότι, ενώ επιδιώκει να συζητήσει τις προτάσεις του φορέα της για τα κοινωνικά προβλήματα, βρίσκεται διαρκώς στη θέση να απαντά σε προσωπικές επιθέσεις.
Χρησιμοποίησε τον όρο «δολοφονία χαρακτήρα», συνδέοντας όσα καταγγέλλει σήμερα με την αντιμετώπιση που, όπως είπε, είχε δεχθεί κατά τη διεκδίκηση δικαιοσύνης για τα Τέμπη. Απέδωσε την ένταση των επιθέσεων στην ανταπόκριση που θεωρεί ότι βρίσκει η πολιτική της προσπάθεια στους πολίτες.
Η παρέμβασή της αφήνει δύο συγκεκριμένα ζητήματα προς δημόσιο έλεγχο: ποιες παρεμβάσεις εξασφαλίζουν έγκαιρα την προστασία των επιβατών και με ποια ακριβώς αιτιολογία γίνονται δεκτά ή απορρίπτονται αιτήματα συμμετοχής στις επετειακές τελετές. Η απάντηση χρειάζεται έργα, έγγραφα και καθαρή ανάληψη ευθύνης.

