Η τρίτη θητεία Μητσοτάκη δεν είναι απειλή προς εμένα. Είναι η απόφασή σου να συνεχίσεις να πληρώνεις, να σκύβεις και να χειροκροτείς
Υπάρχει κάτι χειρότερο από τη φτώχεια: να έχεις πειστεί ότι η φτώχεια σου είναι κομματική νίκη.
Υπάρχει κάτι πιο ταπεινωτικό από το να σέρνεσαι ξυπόλυτος στον δρόμο: να καμαρώνεις επειδή εκείνος που περπατά δίπλα σου σκόνταψε.
Και υπάρχει κάτι πιο επικίνδυνο από μια κακή κυβέρνηση: ο φανατισμένος πολίτης που υποφέρει από τις επιλογές της, αλλά τις υπερασπίζεται επειδή δεν αντέχει να παραδεχθεί ότι εξαπατήθηκε.
Η εικόνα είναι απλή.
Ένας άνθρωπος ανεβαίνει τον δύσκολο δρόμο της ζωής καβάλα σε ένα μικρό γαϊδουράκι. Έχει μαζί του ένα δισάκι με τροφή και ένα ασκί με νερό. Δεν είναι πλούσιος. Δεν ταξιδεύει μέσα στη χλιδή. Έχει, όμως, όσα χρειάζονται για να μην καταρρεύσει στη διαδρομή.
Πίσω του ακολουθεί πεζός ένας συγχωριανός του. Ξυπόλυτος. Πεινασμένος. Διψασμένος. Πληγωμένος. Πέφτει, σηκώνεται και συνεχίζει. Κάθε βήμα του είναι μαρτύριο και όλοι καταλαβαίνουν ότι, αν πέσει ακόμη μία φορά, μπορεί να μη σηκωθεί ποτέ ξανά.
Το γαϊδουράκι του πρώτου είναι κοντό και τα πόδια του καβαλάρη μακριά. Όταν τα αφήνει να ξεμουδιάσουν, σέρνονται για λίγο στο χώμα.
Ο εξαθλιωμένος πεζός κοιτάζει τη σκηνή και, με όση ανάσα τού έχει απομείνει, λέει:
«Πόσο σε λυπάμαι, καημένε, που σέρνονται τα πόδια σου στη γη!»
Αυτός είναι ο φανατισμένος ψηφοφόρος της εξουσίας.
Δεν έχει παπούτσια, αλλά λυπάται τον καβαλάρη. Δεν έχει νερό, αλλά υπερασπίζεται το ασκί του άλλου. Δεν έχει τροφή, αλλά καμαρώνει για το γεμάτο δισάκι εκείνων που προπορεύονται.
Αργοπεθαίνει στην ανηφόρα, αλλά του έχουν μάθει να θεωρεί εχθρό όχι εκείνον που τον άφησε πεζό, αλλά εκείνον που τολμά να του δείξει τις πληγές του.
«Θα πάρετε και τρίτη θητεία» — Σπουδαία απειλή!
Σε εκείνον που με απειλεί με μια τρίτη θητεία του Κυριάκου Μητσοτάκη, η απάντηση είναι απλή:
Δεν απειλείς εμένα. Τον εαυτό σου απειλείς.
Εσύ θα πληρώσεις τον επόμενο λογαριασμό. Εσύ θα σταθείς στην ουρά της δημόσιας υπηρεσίας. Εσύ θα ψάξεις για γιατρό όταν το σύστημα δεν θα προλαβαίνει. Εσύ θα προσπαθήσεις να γεμίσεις το καλάθι με μισθό που τελειώνει πριν τελειώσει ο μήνας. Εσύ θα κοιτάξεις το παιδί σου όταν σου πει ότι δεν μπορεί να φτιάξει τη ζωή του.
Και τότε τι θα κάνεις;
Θα φωνάξεις πάλι «Μητσοτάκης», για να μη χρειαστεί να ψιθυρίσεις «έκανα λάθος»;
Η κυβέρνηση δεν είναι η ποδοσφαιρική σου ομάδα. Η Νέα Δημοκρατία δεν είναι η οικογένειά σου. Ο πρωθυπουργός δεν θα πληρώσει τον λογαριασμό σου, δεν θα περιμένει μαζί σου στο νοσοκομείο και δεν θα μοιραστεί την ανασφάλεια του σπιτιού σου.
Όταν λες «θα σας κυβερνήσουμε άλλα τέσσερα χρόνια», δεν νικάς κάποιον αντίπαλο. Υπογράφεις συμβόλαιο για τη δική σου καθημερινότητα. Και το υπογράφεις χωρίς να διαβάσεις ούτε τα μικρά γράμματα, επειδή σου αρκεί να πιστεύεις ότι στενοχώρησες τον «απέναντι».
Αυτό δεν είναι πολιτική επιλογή.
Είναι κομματικός αυτοεξευτελισμός.
Ξυπόλυτος, αλλά περήφανος για τον αφέντη του
Ο κομματικός φανατισμός έχει πετύχει το αδιανόητο: έκανε τον πολίτη να αντιμετωπίζει τη δική του δυστυχία σαν παράπλευρη απώλεια και την παραμονή της εξουσίας σαν προσωπικό του θρίαμβο.
Δεν τον νοιάζει αν η ζωή του χειροτερεύει, αρκεί να μη δικαιωθεί ο πολιτικός του αντίπαλος. Δεν τον νοιάζει αν ο ίδιος γονατίζει, αρκεί να βλέπει τον άλλον να θυμώνει. Δεν ζητά καλύτερο μισθό, καλύτερη υγεία, καλύτερη παιδεία και περισσότερη ασφάλεια.
Ζητά να «κερδίσει» το κόμμα του.
Κερδίζει το κόμμα και χάνει ο ίδιος.
Θριαμβεύει η παράταξη και αδειάζει το σπίτι.
Χειροκροτεί η εξέδρα και στενάζει η κοινωνία.
Και ύστερα εμφανίζεται ο ξυπόλυτος για να ειρωνευτεί εκείνον που ζητά ένα καλύτερο άλογο. Όχι επειδή ο ίδιος ανέβηκε ψηλότερα. Αλλά επειδή έμαθε να μισεί όποιον αρνείται να συρθεί μαζί του.
Αυτή είναι η πιο βολική νίκη της εξουσίας: να μη χρειάζεται πια να υπερασπίζεται τον εαυτό της. Να το κάνουν για λογαριασμό της εκείνοι που πληρώνουν ακριβότερα τις αποφάσεις της.
Δεν θέλω να πέσει ο καβαλάρης — αρνούμαι να σέρνεται ο πεζός
Εγώ θέλω ένα ψηλό άλογο, αναπαυτική σέλα και αναβολείς για τα πόδια μου. Θέλω να προχωρήσω. Θέλω να ζήσω καλύτερα. Και δεν απολογούμαι γι’ αυτό.
Δεν θέλω, όμως, δίπλα μου ανθρώπους ξυπόλυτους, πεινασμένους, διψασμένους και εξουθενωμένους. Δεν θέλω μια κοινωνία όπου η πρόοδος των λίγων χτίζεται πάνω στην παραίτηση των πολλών.
Και κυρίως δεν ανέχομαι εκείνους που μετατρέπουν την υποταγή τους σε πολιτικό κήρυγμα και απαιτούν να γονατίσουμε όλοι, ώστε να μην αισθάνονται μόνοι.
Η ψήφος είναι δικαίωμα. Είναι, όμως, και ευθύνη.
Όποιος επιλέγει τις συνθήκες του ταξιδιού του έχει δικαίωμα να το κάνει. Δεν μπορεί, όμως, να μας παρουσιάζει την πείνα του σαν επιτυχία, τη δίψα του σαν μεταρρύθμιση και τα ματωμένα του πόδια σαν απόδειξη πολιτικής ανωτερότητας.
Γι’ αυτό, πριν με απειλήσεις ξανά με μια τρίτη θητεία Μητσοτάκη, κοίτα χαμηλά.
Κοίτα τα πόδια σου.
Δες αν φοράς ακόμη παπούτσια. Δες αν έχεις νερό. Δες αν έμεινε τροφή στο δισάκι. Δες αν μπορείς να σηκωθείς την επόμενη φορά που θα πέσεις.
Και μετά λυπήσου όσο θέλεις τον καβαλάρη.
Γιατί το δράμα δεν είναι ότι σέρνονται τα δικά του πόδια.
Το δράμα είναι ότι εσύ σέρνεσαι ολόκληρος — και το αποκαλείς νίκη.

