Η Σουηδία, μια χώρα που για δεκαετίες προβλήθηκε ως υπόδειγμα ανεκτικότητας, άρχισε πλέον να λέει το αυτονόητο: η ένταξη δεν είναι μονόδρομος υποχώρησης του κράτους απέναντι σε κάθε κλειστή κοινότητα, κάθε παράλληλο κανόνα, κάθε ξένη προς το ευρωπαϊκό κεκτημένο πρακτική.
Και αυτό είναι το μάθημα που πρέπει να ακούσει και η Ελλάδα.
Όποιος ζει σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατία οφείλει να σέβεται το Σύνταγμα, τους νόμους, την ισότητα ανδρών και γυναικών, την ελευθερία συνείδησης, την προσωπική αξιοπρέπεια και την έννομη τάξη. Δεν υπάρχουν «παράλληλα δίκαια». Δεν υπάρχει χώρος για βία στο όνομα της τιμής. Δεν υπάρχει ανοχή σε κλειστές δομές εξουσίας που λειτουργούν έξω από το κράτος. Δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για πρακτικές που προσβάλλουν τον πυρήνα του ευρωπαϊκού πολιτισμού.
Το ζήτημα δεν είναι η θρησκεία. Το ζήτημα είναι ο νόμος.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από κραυγές. Έχει ανάγκη από καθαρή πολιτική. Από κανόνες. Από έλεγχο. Από ένταξη με υποχρεώσεις, όχι μόνο με δικαιώματα. Από άσυλο για όσους πραγματικά κινδυνεύουν, αλλά και από επιστροφές για όσους παρανομούν ή αρνούνται να σεβαστούν τους κανόνες της χώρας που τους φιλοξενεί.
Η Σουηδία πλήρωσε ακριβά την αφέλεια της «ανοιχτής πόρτας χωρίς όρους». Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να κάνει το ίδιο λάθος.
Γιατί κράτος δεν σημαίνει απλώς να δίνεις χαρτιά, επιδόματα και διαμονή. Κράτος σημαίνει να απαιτείς σεβασμό στους νόμους σου. Να προστατεύεις τις γυναίκες, τα παιδιά, τις γειτονιές, τη δημόσια ασφάλεια. Να λες ξεκάθαρα ότι όποιος θέλει να ζήσει εδώ, ζει με τους κανόνες της Ελληνικής Δημοκρατίας — όχι με κανόνες φυλής, θρησκευτικού φανατισμού ή παρακρατικής κοινότητας.
Η ανεκτικότητα χωρίς όρια γίνεται παραίτηση. Και μια Δημοκρατία που παραιτείται από τους κανόνες της, στο τέλος δεν προστατεύει ούτε τους πολίτες της ούτε τους πραγματικά έντιμους μετανάστες που θέλουν να ζήσουν ειρηνικά μέσα στην κοινωνία.

