Στο στόχαστρο η φορολογία, το κόστος στέγασης και οι χειρισμοί στα ελληνοτουρκικά — Αιχμές για την Ευρωπαϊκή Ένωση και αποστάσεις από την αμερικανική στάση.
Ενιαίο φορολογικό συντελεστή 15%, κατάργηση της Golden Visa και των στεγαστικών προγραμμάτων «Σπίτι μου», καθώς και κατάργηση των τραπεζικών προμηθειών πρότεινε η Αφροδίτη Λατινοπούλου, εξαπολύοντας επίθεση στην οικονομική και εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης. Η ευρωβουλευτής και πρόεδρος της Φωνής Λογικής, μιλώντας στις 27 Οκτωβρίου στην εκπομπή «Ώρα Ελλάδος» του OPEN, επιχείρησε να συνδέσει την πίεση στα νοικοκυριά με τις κυβερνητικές επιλογές στη φορολογία και στην αγορά κατοικίας.
Στη συζήτηση για την ακρίβεια, έθεσε στο επίκεντρο τους εργαζομένους που διαθέτουν μεγάλο μέρος του μισθού τους για ενοίκιο και τις μικρές επιχειρήσεις που δυσκολεύονται, όπως υποστήριξε, να ανταποκριθούν σε φόρους και εισφορές. Αμφισβήτησε την κυβερνητική εικόνα οικονομικής βελτίωσης, επικαλούμενη τη μείωση της ιδιοκατοίκησης και την επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών από τη στέγαση.
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε στην πρόταση κατάργησης της Golden Visa και των προγραμμάτων «Σπίτι μου». Κατά την εκτίμησή της, οι παρεμβάσεις αυτές ενισχύουν τη ζήτηση και δημιουργούν περιθώριο αύξησης των ζητούμενων τιμών, επηρεάζοντας συνολικά την αγορά ακινήτων. Πρόκειται για την πολιτική και οικονομική ερμηνεία που η ίδια έδωσε στη λειτουργία των συγκεκριμένων μέτρων.
Η κ. Λατινοπούλου χαρακτήρισε τον Κυριάκο Μητσοτάκη «σοσιαλιστή πρωθυπουργό», αποδίδοντάς του τη συντήρηση ενός δαπανηρού κράτους, υψηλής φορολογίας και εξάρτησης από επιδόματα. Ως απάντηση πρόβαλε τον περιορισμό των κρατικών δαπανών και έναν σταθερό φορολογικό συντελεστή 15%, με στόχο, όπως είπε, να αποκτήσουν περιθώριο ανάπτυξης οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες.
Συνέδεσε τη φορολογική ελάφρυνση με αυστηρές κυρώσεις για όσους παραβιάζουν τους κανόνες. Ζήτησε ηλεκτρονικούς ελέγχους και διασταυρώσεις δηλωμένων εισοδημάτων με αγορές περιουσιακών στοιχείων, απορρίπτοντας την αντιμετώπιση όλων των επαγγελματιών ως εν δυνάμει φοροφυγάδων. Για τις υποθέσεις οικονομικών παραβάσεων που τέθηκαν στη συζήτηση, τάχθηκε υπέρ της διερεύνησης και της απόδοσης ευθυνών.
Στα καύσιμα, υποστήριξε τη μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης και απέρριψε την επιβολή πλαφόν στις τιμές. Παράλληλα, διευκρίνισε ότι η αντίθεσή της στον κρατικό παρεμβατισμό δεν σημαίνει απόρριψη της εποπτείας: αναγνώρισε την ανάγκη ελέγχων και εφαρμογής των κανόνων για την προστασία των πολιτών.
Στο ίδιο πλαίσιο άσκησε κριτική στις τράπεζες, συνδέοντας το αίτημα κατάργησης των προμηθειών με το κλείσιμο καταστημάτων και τις δυσκολίες εξυπηρέτησης, ιδιαίτερα των ηλικιωμένων. Στάθηκε επίσης στη διαφορά μεταξύ επιτοκίων δανεισμού και καταθέσεων και στην περιορισμένη, κατά την ίδια, πρόσβαση των μικρών επιχειρήσεων σε χρηματοδότηση.
Στην εξωτερική πολιτική, χαρακτήρισε «διπλωματικό Βατερλώ» τους κυβερνητικούς χειρισμούς γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Υποστήριξε ότι η Αθήνα επαναπαύθηκε στη σχέση με την πλευρά Χαφτάρ και δεν αντιμετώπισε εγκαίρως την τουρκική προσέγγιση στην ανατολική Λιβύη, καταλογίζοντας ευθύνες στον πρωθυπουργό και στο υπουργείο Εξωτερικών.
Ως κατεύθυνση πρότεινε επέκταση της συμφωνίας με την Αίγυπτο ανατολικότερα του 28ου μεσημβρινού, συμφωνία με την Κύπρο και επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Επέμεινε ότι η άσκηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων δεν πρέπει να εξαρτάται από τη συναίνεση της Άγκυρας.
Η κριτική της επεκτάθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία κατηγόρησε ότι περιορίζεται σε δηλώσεις χωρίς ουσιαστικό κόστος για την Τουρκία. Χρησιμοποιώντας τη φράση «η Ευρώπη νιαουρίζει», ζήτησε οικονομικές και αμυντικές κυρώσεις και διακοπή της ενίσχυσης της Άγκυρας.
Αποστάσεις κράτησε και από την αμερικανική στάση, όπως την περιέγραψε στη συνέντευξη. Ανέφερε ότι η συμφωνία της με επιλογές του Ντόναλντ Τραμπ στο μεταναστευτικό και σε ζητήματα κοινωνικής πολιτικής δεν συνεπάγεται αποδοχή θέσεων που θεωρεί επιζήμιες για τα ελληνικά συμφέροντα. Έκανε ειδική αναφορά στα κυριαρχικά δικαιώματα και στην ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου.
Στο τέλος της παρέμβασής της αναφέρθηκε στις διώξεις χριστιανών και στις επιθέσεις εναντίον χριστιανικών κοινοτήτων και ναών, υποστηρίζοντας ότι το ζήτημα δεν λαμβάνει την πολιτική προσοχή που απαιτείται.
Η συνέντευξη περιείχε συγκεκριμένα αιτήματα για φόρους, στέγαση και τραπεζικές χρεώσεις, χωρίς όμως να παρουσιαστεί αναλυτική κοστολόγηση ή σχέδιο μετάβασης για την κατάργηση των στεγαστικών προγραμμάτων. Εκεί βρίσκεται και το ουσιαστικό ερώτημα για τις προτάσεις της Φωνής Λογικής: πώς θα εφαρμοστούν και ποιο θα είναι το μετρήσιμο όφελος για τον φορολογούμενο, τον ενοικιαστή και τη μικρή επιχείρηση.

