Η ανατίναξη τριών παροπλισμένων εκσκαφέων στη Μαυροπηγή επαναφέρει τη συζήτηση για την απολιγνιτοποίηση, τις ενεργειακές εφεδρείες και το πραγματικό κόστος της μετάβασης.
Τον Φεβρουάριο του 2023, ο Κυριάκος Μητσοτάκης παρουσίαζε την «Πτολεμαΐδα 5» ως εγγύηση ενεργειακής ασφάλειας και μελλοντική στρατηγική εφεδρεία. «Θα λειτουργεί για πολλά χρόνια ακόμα με αυτήν την μορφή», διαβεβαίωνε, συνδέοντας τη λειτουργία της με τις θέσεις εργασίας στη μονάδα και στα ορυχεία. Η δήλωση παραμένει αναρτημένη στην επίσημη ιστοσελίδα του πρωθυπουργού.
Τον Ιούνιο του 2026, η ΔΕΗ περιέγραφε πλέον τη μετατροπή της ίδιας μονάδας σε φυσικό αέριο, με προγραμματισμένη λειτουργία ανοικτού κύκλου στις αρχές του 2028 και συνδυασμένου κύκλου το 2029.
Ανάμεσα στις δύο τοποθετήσεις βρίσκεται ένα συγκεκριμένο πολιτικό ερώτημα: ποια δεδομένα άλλαξαν, ποιος επανυπολόγισε το κόστος και πώς εξασφαλίζεται ότι οι πολίτες θα έχουν προσιτό ρεύμα και επαρκή ηλεκτροδότηση στην επόμενη κρίση;
Οι εικόνες από τη Μαυροπηγή δίνουν στη συζήτηση ιδιαίτερη ένταση. Στις 18 Ιουνίου 2026, τρεις μεγάλοι καδοφόροι εκσκαφείς κατέρρευσαν με ελεγχόμενες εκρήξεις στο πλαίσιο απόσυρσης εξοπλισμού της ΔΕΗ. Πρόκειται για καταγεγραμμένο περιστατικό του Ιουνίου, που επανέρχεται στη δημόσια αντιπαράθεση.
Υπάρχει, όμως, μια ουσιώδης διευκρίνιση. Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΔΕΗ, τα συγκεκριμένα μηχανήματα ήταν ηλικίας άνω των 50 ετών, είχαν αποσυρθεί και παρουσίαζαν σοβαρές φθορές. Η εταιρεία υποστηρίζει ότι η ελεγχόμενη κατεδάφιση επιλέχθηκε για την ασφάλεια των συνεργείων και ότι δεν επηρέασε την επιχειρησιακή δυνατότητα εξόρυξης λιγνίτη.
Επομένως, το συγκεκριμένο περιστατικό δεν τεκμηριώνει τον ισχυρισμό ότι καταστράφηκαν όλες οι υποδομές και αποκλείστηκε κάθε δυνατότητα λιγνιτικής παραγωγής. Η κριτική στην κυβέρνηση έχει μεγαλύτερη βαρύτητα όταν στηρίζεται στις αποφάσεις της και στις συνέπειές τους.
Το ίδιο ισχύει για τους αριθμούς που κυκλοφορούν. Η αναφορά στα 201 ευρώ ανά μεγαβατώρα εμφανίζεται σε δημοσίευμα της 21ης Οκτωβρίου ως αναμενόμενη χονδρεμπορική τιμή για τις 22 Οκτωβρίου. Από αυτή την αναφορά δεν προκύπτει εβδομαδιαίος μέσος όρος ούτε η τελική χρέωση ενός νοικοκυριού.
Αντίστοιχα, ο ισχυρισμός ότι με λιγνίτη η τιμή δεν θα ξεπερνούσε τα 120 ευρώ χρειάζεται συγκεκριμένη, ελέγξιμη μελέτη. Η τιμή παραγωγής μιας μονάδας δεν ταυτίζεται αυτομάτως με την τιμή της αγοράς. Στην αγορά επόμενης ημέρας, η τιμή εκκαθάρισης διαμορφώνεται από την τελευταία προσφορά που απαιτείται για να καλυφθεί η ζήτηση. Συνεπώς, η προσθήκη λιγνιτικής παραγωγής δεν εγγυάται από μόνη της συγκεκριμένο πλαφόν.
Η ΔΕΗ επικαλείται το κόστος των δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα ως βασικό λόγο που η λιγνιτική παραγωγή έχει γίνει ασύμφορη. Η θέση αυτή πρέπει να αξιολογείται μαζί με τις παραδοχές της για τις τιμές καυσίμων, τους ρύπους και τη λειτουργία των μονάδων.
Όσο για τα «κοιτάσματα αξίας 400 δισεκατομμυρίων ευρώ», δεν εντοπίστηκε τεκμηριωμένη αποτίμηση που να επιτρέπει την παρουσίαση του ποσού ως βέβαιης εθνικής απώλειας. Το αρχικό δημοσίευμα δεν παραθέτει υπολογισμό που να εξηγεί πώς προκύπτει αυτή η αξία.
Αυτές οι διευκρινίσεις αφήνουν ακέραιο το ουσιαστικό αίτημα λογοδοσίας. Η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει συγκρίσιμα σενάρια κόστους και επάρκειας: τι συμβαίνει όταν ακριβαίνει απότομα το φυσικό αέριο, όταν περιορίζονται οι εισαγωγές ή όταν η παραγωγή από αιολικά και φωτοβολταϊκά είναι χαμηλή; Ποιες εφεδρείες είναι διαθέσιμες και πόσο κοστίζουν;
Οφείλει επίσης να εξηγήσει ποια έργα αποθήκευσης και δικτύων λειτουργούν ήδη, ποια παραμένουν στον σχεδιασμό και πώς συνδέεται η απόσυρση των παλιών μονάδων με την ολοκλήρωση των αντικαταστατών τους. Οι εξαγγελίες επενδύσεων κρίνονται στην πράξη, όπως και οι υποσχέσεις για νέες θέσεις εργασίας στη Δυτική Μακεδονία.
Για ένα νοικοκυριό, ένα αρτοποιείο ή μια μικρή βιοτεχνία, η ενεργειακή πολιτική αποτιμάται στον λογαριασμό και στη δυνατότητα να συνεχίσει να λειτουργεί. Μια μετάβαση που θέλει να αποκαλείται δίκαιη πρέπει να αποδεικνύει ποιος ωφελείται, πότε και με ποιο κόστος.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει την ευθύνη να δώσει αυτές τις απαντήσεις με στοιχεία. Η ενεργειακή ασφάλεια απαιτεί σχέδιο που αντέχει στις κρίσεις και δεσμεύσεις που αντέχουν στον έλεγχο.

