Οι αντιδράσεις της αντιπολίτευσης και των δικηγορικών συλλόγων οδήγησαν στην απόσυρση της επίμαχης διάταξης — Στο επίκεντρο οι εγγυήσεις δικαστικής προστασίας των δανειοληπτών.
Σε απόσυρση του άρθρου 23 από το νομοσχέδιο για το ιδιωτικό χρέος και την εποπτεία των servicers προχώρησε η κυβέρνηση την Παρασκευή 30 Οκτωβρίου, έπειτα από τις έντονες αντιδράσεις που προκάλεσε η ρύθμιση. Το ζήτημα που τέθηκε ήταν απολύτως συγκεκριμένο: με ποιες διαδικασίες και με ποιες εγγυήσεις μπορεί μια συμφωνία ρύθμισης οφειλής να ανοίξει τον δρόμο για αναγκαστική εκτέλεση.
Η απόφαση ανακοινώθηκε στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής, όπου ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ είχαν ζητήσει την απόσυρση. Αντίστοιχο αίτημα είχε διατυπώσει από την προηγουμένη η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων, προβάλλοντας συγκεκριμένες ενστάσεις για τις συνέπειες της διάταξης.
Σύμφωνα με την παρέμβαση των δικηγορικών συλλόγων, το άρθρο έδινε σε ιδιωτικό έγγραφο ισχύ εκτελεστού τίτλου, επιτρέποντας την παράκαμψη της διαδικασίας έκδοσης διαταγής πληρωμής. Οι ίδιοι επισήμαναν ότι ο δανειστής θα απέφευγε την καταβολή δικαστικού ενσήμου, ενώ ο οφειλέτης θα έχανε τη δυνατότητα δικαστικής άμυνας που συνδέεται με την ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής.
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και μια δεύτερη ένσταση: πώς θα προσδιοριζόταν με ασφάλεια το πραγματικό υπόλοιπο του χρέους. Οι δικηγορικοί σύλλογοι υπογράμμισαν ότι δεν διασφαλιζόταν ο τρόπος βεβαίωσης της οφειλής μετά την αφαίρεση όσων είχαν ήδη καταβληθεί. Για έναν δανειολήπτη, αυτό αφορά το ίδιο το ποσό για το οποίο μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με αναγκαστική εκτέλεση.
Η κυβέρνηση, διά του υφυπουργού Οικονομικών Δημήτρη Μαρκόπουλου, υπερασπίστηκε τη συνολική κατεύθυνση του νομοσχεδίου, υποστηρίζοντας ότι ενισχύει τους κανόνες για τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Παράλληλα, κατηγόρησε την αντιπολίτευση για δημιουργία εντυπώσεων και παρουσίασε την απόσυρση ως κίνηση που αφαιρεί τις δικαιολογίες της για την καταψήφισή του.
Αυτή η πολιτική απάντηση, ωστόσο, αφήνει ανοιχτή την ουσία των ενστάσεων. Ποιες δικλίδες θα προστάτευαν τον οφειλέτη; Ποιος θα πιστοποιούσε το ύψος της απαίτησης; Και γιατί οι επισημάνσεις των δικηγορικών συλλόγων δεν είχαν αντιμετωπιστεί πριν φτάσει η διάταξη στην κοινοβουλευτική συζήτηση;
Η Μιλένα Αποστολάκη, από το ΠΑΣΟΚ, χαρακτήρισε την εξέλιξη υποχώρηση της κυβέρνησης έπειτα από προσπάθεια θέσπισης ευνοϊκών ρυθμίσεων για τους ισχυρούς. Ο Νίκος Παππάς, από τον ΣΥΡΙΖΑ, απέδωσε την απόσυρση στην πίεση που ασκήθηκε μέσα και έξω από τη Βουλή, ασκώντας έντονη κριτική στις εξουσίες που, κατά την εκτίμησή του, θα αποκτούσε η πλευρά των πιστωτών.
Η συνεδρίαση ανέδειξε και πρόβλημα στη διαδικασία ακρόασης. Η Ένωση Εταιρειών Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις δεν εκπροσωπήθηκε, παρότι είχε προσκληθεί, γεγονός που επικρίθηκε τόσο από την κυβέρνηση όσο και από την αντιπολίτευση. Την ίδια ώρα, ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ κατήγγειλαν ότι δεν είχαν κληθεί οι δικηγορικοί σύλλογοι, παρά τις αντιρρήσεις τους για το επίμαχο άρθρο.
Η απόσυρση αποτελεί ουσιαστική εξέλιξη για τη συγκεκριμένη διάταξη. Δεν επιλύει, όμως, από μόνη της τα προβλήματα των δανειοληπτών ούτε απαντά συνολικά στα ζητήματα διαφάνειας και λογοδοσίας των servicers.
Το πολιτικό κριτήριο για το νομοσχέδιο παραμένει συγκεκριμένο: αν ο πολίτης θα γνωρίζει με ακρίβεια τι χρωστά, αν θα μπορεί να αμφισβητεί αποτελεσματικά μια απαίτηση και αν θα διαθέτει πραγματική δικαστική προστασία. Εκεί θα κριθούν οι κυβερνητικές δεσμεύσεις — και εκεί οφείλει να συνεχιστεί ο έλεγχος.

