Η προσβλητική αναφορά του Αμερικανού προέδρου περί «ικεσίας» για μία φωτογραφία προκάλεσε οργή στη Ρώμη – Η Ιταλία ακυρώνει επίσκεψη στις ΗΠΑ και η στρατηγική της Μελόνι καταρρέει
Από την προνομιακή θέση της μοναδικής Ευρωπαίας ηγέτιδας που προσκλήθηκε στην ορκωμοσία του Ντόναλντ Τραμπ μέχρι την ανοιχτή δημόσια σύγκρουση χρειάστηκαν μόλις δεκαοκτώ μήνες.
Η σχέση της Τζόρτζια Μελόνι με τον Αμερικανό πρόεδρο, η οποία είχε παρουσιαστεί ως το θεμέλιο μιας νέας εποχής στις σχέσεις Ιταλίας και Ηνωμένων Πολιτειών, βρίσκεται πλέον στο χειρότερο σημείο της.
Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η δήλωση του Τραμπ σε ιταλικό τηλεοπτικό δίκτυο ότι η Ιταλίδα πρωθυπουργός τον «ικέτευσε» να φωτογραφηθεί μαζί του κατά τη διάρκεια της Συνόδου Κορυφής της G7 στο Εβιάν της Γαλλίας.
Ο Αμερικανός πρόεδρος δεν περιορίστηκε σε αυτήν την αναφορά. Υποστήριξε ακόμη ότι δεν είχε κανέναν λόγο να συνομιλήσει ή να φωτογραφηθεί μαζί της, αλλά τελικά το έκανε επειδή τη… λυπήθηκε.
Η απάντηση από τη Ρώμη ήταν άμεση και ασυνήθιστα σκληρή.
«Οι δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ είναι απολύτως επινοημένες. Ειλικρινά, έχω μείνει έκπληκτη», δήλωσε η Μελόνι, κατηγορώντας τον πρόεδρο των ΗΠΑ ότι συμπεριφέρεται με μεγαλύτερη επιείκεια απέναντι στους αντιπάλους της Δύσης απ’ ό,τι απέναντι στους παραδοσιακούς συμμάχους της.
Και κατέληξε με μια φράση που μετατράπηκε αμέσως σε πολιτικό μήνυμα εθνικής αξιοπρέπειας:
«Υπάρχει κάτι που πρέπει να θυμάται: ούτε εγώ ούτε η Ιταλία ικετεύουμε».
Διπλωματικό επεισόδιο με ακύρωση επίσκεψης
Η αντιπαράθεση δεν έμεινε σε επίπεδο προσωπικών δηλώσεων.
Ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας, Αντόνιο Ταγιάνι, ακύρωσε την προγραμματισμένη επίσκεψή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, χαρακτηρίζοντας τα λόγια του Τραμπ «σοβαρά και προσβλητικά» όχι μόνο για την πρωθυπουργό, αλλά για ολόκληρη την Ιταλία.
Μετά την ακύρωση της επίσκεψης ανεστάλη και το ιταλοαμερικανικό επιχειρηματικό και επιστημονικό φόρουμ που επρόκειτο να πραγματοποιηθεί στο Μαϊάμι.
Πρόκειται για εξέλιξη που μετατρέπει μία προσωπική προσβολή σε κανονική διπλωματική κρίση μεταξύ δύο χωρών οι οποίες διατηρούν επί δεκαετίες στενές στρατηγικές, οικονομικές και στρατιωτικές σχέσεις.
Σχεδόν ολόκληρο το ιταλικό πολιτικό σύστημα στάθηκε στο πλευρό της Μελόνι. Υπουργοί της κυβέρνησης, κόμματα της αντιπολίτευσης και πολιτικοί που έχουν συγκρουστεί πολλές φορές μαζί της θεώρησαν ότι η δήλωση του Τραμπ δεν προσέβαλε μόνο ένα πολιτικό πρόσωπο, αλλά την ίδια τη χώρα.
Η στρατηγική της «γέφυρας» κατέρρευσε
Η σύγκρουση αποτελεί ισχυρό πλήγμα για την εξωτερική πολιτική στρατηγική που είχε οικοδομήσει η Μελόνι μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Η Ιταλίδα πρωθυπουργός είχε επιχειρήσει να εμφανιστεί ως η πολιτικός που μπορούσε να επικοινωνεί τόσο με την Ουάσιγκτον όσο και με τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Η ιδεολογική συγγένεια των δύο ηγετών, ιδιαίτερα στα ζητήματα της μετανάστευσης και των λεγόμενων παραδοσιακών αξιών, φαινόταν να της εξασφαλίζει προνομιακή πρόσβαση στον Αμερικανό πρόεδρο.
Ο ίδιος ο Τραμπ την είχε χαρακτηρίσει στο παρελθόν «φανταστική ηγέτιδα», «πολύ επιτυχημένη πολιτικό» και «πηγή έμπνευσης».
Η Μελόνι, από την πλευρά της, απέφευγε επί μεγάλο χρονικό διάστημα να συγκρουστεί δημόσια μαζί του. Ακόμη και όταν η αμερικανική κυβέρνηση επέβαλε δασμούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση, εκείνη επέλεξε τους χαμηλούς τόνους, προβάλλοντας ως προτεραιότητα την ενότητα της Δύσης.
Η πολιτική αυτή, όμως, αποδείχθηκε εξαιρετικά εύθραυστη. Βασίστηκε περισσότερο στην προσωπική σχέση με τον Τραμπ και λιγότερο σε σταθερές θεσμικές εγγυήσεις.
Και όταν οι πολιτικές διαφωνίες έγιναν ουσιαστικές, οι δημόσιες κολακείες έδωσαν τη θέση τους στις επιθέσεις.
Ο πόλεμος με το Ιράν άλλαξε τα πάντα
Οι σοβαρότερες ρωγμές εμφανίστηκαν με τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν.
Η σύγκρουση επιβάρυνε σημαντικά την ευρωπαϊκή οικονομία, αύξησε τις ενεργειακές πιέσεις και αναζωπύρωσε τα ισχυρά αντιπολεμικά αντανακλαστικά της ιταλικής κοινωνίας.
Η Μελόνι αρνήθηκε να παράσχει πολιτική και στρατιωτική στήριξη άνευ όρων. Η Ιταλία δεν επέτρεψε επίσης τη χρήση της αεροπορικής βάσης της Σιγκονέλα στη Σικελία από αμερικανικά αεροσκάφη που μετέφεραν οπλισμό, υποστηρίζοντας ότι δεν είχαν τηρηθεί οι προβλεπόμενες διαδικασίες.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν ο Τραμπ επιτέθηκε φραστικά στον Πάπα Λέοντα ΙΔ΄, εξαιτίας της κριτικής που είχε ασκήσει ο Ποντίφικας στον πόλεμο. Η Μελόνι υπερασπίστηκε τον Πάπα, χαρακτηρίζοντας απαράδεκτες τις επιθέσεις εναντίον του.
Ο Τραμπ απάντησε κατηγορώντας την Ιταλίδα πρωθυπουργό ότι δεν διαθέτει το απαιτούμενο πολιτικό θάρρος και ότι δεν στηρίζει επαρκώς τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η άρνηση της Ρώμης να συνταχθεί πλήρως με τις αμερικανικές επιλογές αποτέλεσε, σύμφωνα με αναλυτές, το «προπατορικό αμάρτημα» της Μελόνι στα μάτια του Τραμπ.
Πολιτική ενίσχυση ή στρατηγική ήττα;
Βραχυπρόθεσμα, η σκληρή απάντηση της Μελόνι ενδέχεται να την ενισχύσει στο εσωτερικό της Ιταλίας.
Ο Ντόναλντ Τραμπ παραμένει αντιδημοφιλής σε μεγάλο μέρος της ιταλικής κοινής γνώμης και η εικόνα μιας πρωθυπουργού που υπερασπίζεται την εθνική αξιοπρέπεια μπορεί να λειτουργήσει συσπειρωτικά.
Η αντιπολίτευση, ωστόσο, υποστηρίζει ότι το επεισόδιο αποκαλύπτει την αποτυχία ολόκληρης της στρατηγικής της. Ο πρώην πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι κάλεσε τη Μελόνι να εγκαταλείψει τα σύμβολα του κινήματος MAGA και την προσπάθεια οικοδόμησης προσωπικών «γεφυρών» με τον Τραμπ.
Το πραγματικό πρόβλημα για τη Μελόνι είναι ότι χάνει ένα από τα βασικά επιχειρήματα της πολιτικής της ταυτότητας: την πεποίθηση ότι μπορεί να αποτελεί την ασφαλή και προνομιακή συνομιλήτρια των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη.
Η σχέση που ξεκίνησε με εγκώμια, χαμόγελα και προσδοκίες μιας «χρυσής εποχής» κατέληξε σε προσβολές, ακυρώσεις επισκέψεων και δημόσιες κατηγορίες για ψέματα.
Και το ερώτημα πλέον δεν είναι αν η προσωπική σχέση Μελόνι – Τραμπ μπορεί να αποκατασταθεί.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι αν η Ιταλία θα εξακολουθήσει να επενδύει στη διπλωματία των προσωπικών σχέσεων ή αν θα επιστρέψει σε μια πιο αυστηρή ευρωπαϊκή και θεσμική γραμμή απέναντι σε έναν Αμερικανό πρόεδρο που αντιμετωπίζει ακόμη και τους στενότερους συμμάχους του ως προσωρινούς και αναλώσιμους.

