Καταγγελία του τουρκολιβυκού μνημονίου στο Συμβούλιο Ασφαλείας και μήνυμα κατά της παρεμπόδισης στρατηγικών έργων στη Μεσόγειο.
Στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ έθεσε ο Κυριάκος Μητσοτάκης την αμφισβήτηση των ελληνικών θαλάσσιων δικαιωμάτων μέσω του τουρκολιβυκού μνημονίου, χαρακτηρίζοντάς το παράνομο και αυθαίρετο. Μιλώντας την Πέμπτη 29 Οκτωβρίου στην ανοιχτή συζήτηση της ελληνικής προεδρίας για τις αναδυόμενες τεχνολογίες και τη θαλάσσια ασφάλεια, υποστήριξε ότι η συμφωνία Άγκυρας και Τρίπολης επιχειρεί να παρακάμψει τόσο τη γεωγραφία όσο και την παρουσία των ελληνικών νησιών. ertnews.gr
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του ήταν η διάκριση ανάμεσα στις πραγματικές γεωγραφικές σχέσεις των κρατών και στη χάραξη θαλάσσιων ορίων που αγνοούν δικαιώματα τρίτων. Όπως ανέφερε, Ελλάδα και Λιβύη διαθέτουν αντικείμενες ακτές και μπορούν να προχωρήσουν σε συμφωνημένη οριοθέτηση με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας. Αντίθετα, κατηγόρησε την Τουρκία και τη Λιβύη ότι επιχείρησαν να κατασκευάσουν ένα τεχνητό θαλάσσιο σύνορο, παραβλέποντας τα ελληνικά νησιά που παρεμβάλλονται.
Ο πρωθυπουργός στάθηκε ιδιαίτερα στο γεγονός ότι οι περιοχές αυτές φιλοξενούν πολυπληθείς κοινωνίες, οικονομική δραστηριότητα και μακραίωνη ιστορική παρουσία. Απέρριψε, συνεπώς, την αντιμετώπισή τους ως γεωγραφικών σημείων που μπορούν απλώς να εξαιρεθούν από έναν χάρτη διεκδικήσεων.
«Η γεωγραφία δεν μπορεί να ξαναγραφτεί», τόνισε, συνδέοντας την επισήμανση αυτή με την υπεράσπιση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.
Στο νομικό σκέλος, επικαλέστηκε τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας και τον εθιμικό χαρακτήρα θεμελιωδών διατάξεών της. Υπογράμμισε ότι τα νησιά διαθέτουν δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες και ότι δύο κράτη δεν μπορούν, μέσω μιας μεταξύ τους συμφωνίας, να καταργούν τα δικαιώματα ενός τρίτου.
Στο ίδιο πλαίσιο, επανέλαβε την ελληνική θέση ότι το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος της Ελλάδας. Κατά τον ίδιο, η πρόσφατη επικύρωσή του από τη λιβυκή Βουλή των Αντιπροσώπων δεν θεραπεύει τα προβλήματα νομιμότητάς του. Επικαλέστηκε επίσης τη στάση των 27 κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως στήριγμα των ελληνικών θέσεων.
Ως διαφορετικό παράδειγμα παρουσίασε τη συμφωνία Ελλάδας και Αιγύπτου του 2020, την οποία περιέγραψε ως αποτέλεσμα συνεννόησης γειτονικών χωρών στη βάση του διεθνούς δικαίου. Για να αναδείξει το ελληνικό επιχείρημα, χρησιμοποίησε και μια υποθετική σύγκριση: πώς θα αντιμετωπιζόταν μια οριοθέτηση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τυνησία εάν αγνοούσε την ύπαρξη της Σικελίας και της Μάλτας;
Η τοποθέτηση επεκτάθηκε και στις πρακτικές συνέπειες των θαλάσσιων διεκδικήσεων. Ο κ. Μητσοτάκης προειδοποίησε ότι το μνημόνιο δεν μπορεί να αποτελεί πρόσχημα για την παρεμπόδιση νόμιμων δραστηριοτήτων και στρατηγικών έργων διασύνδεσης. Συνέδεσε έτσι την αντιπαράθεση για τις οριοθετήσεις με την οικονομική ανάπτυξη και την ευημερία της ευρύτερης περιοχής, υποστηρίζοντας ότι οι αυθαίρετες διεκδικήσεις δεν πρέπει να μετατρέπονται σε μηχανισμό αποκλεισμού έργων.
Παράλληλα, καταδίκασε την επίθεση και τη βύθιση εμπορικού πλοίου ελληνικής εταιρείας στη Μαύρη Θάλασσα, χαρακτηρίζοντας απαράδεκτη τη στοχοποίηση της εμπορικής ναυτιλίας. Επανέφερε την πρόταση για παγκόσμια θαλάσσια εκεχειρία και περιέγραψε τις επιπτώσεις της ανασφάλειας: διαταραχές στον εφοδιασμό, ακριβότερες μεταφορές και ασφαλίσεις, καθώς και πρόσθετες πιέσεις στις τιμές ενέργειας και βασικών αγαθών.
Απευθυνόμενος στην Ευρώπη, ζήτησε ενεργότερη συμμετοχή στην προστασία των εμπορικών οδών. Με αναφορά στην επιχείρηση «ΑΣΠΙΔΕΣ», υποστήριξε ότι η οικονομική βαρύτητα της Ευρωπαϊκής Ένωσης πρέπει να συνοδεύεται από ισχυρότερη παρουσία στον τομέα της θαλάσσιας ασφάλειας.
Για τις νέες τεχνολογίες, αναγνώρισε τις δυνατότητες που προσφέρουν η τεχνητή νοημοσύνη, οι δορυφόροι και οι προηγμένοι αισθητήρες στην επιτήρηση των θαλασσών. Επισήμανε, ωστόσο, ότι η αξιοποίησή τους προϋποθέτει στρατηγικό σχεδιασμό, επενδύσεις, συνεργασία κρατών και ανταλλαγή πληροφοριών.
Η παρέμβαση ολοκληρώθηκε με τη διαβεβαίωση ότι η Ελλάδα θα συνεχίσει να υπερασπίζεται το διεθνές δίκαιο και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Το ουσιαστικό ζητούμενο που αναδεικνύεται είναι η πρακτική προστασία αυτών των αρχών: η διασφάλιση των κυριαρχικών δικαιωμάτων, η ασφαλής κίνηση των εμπορικών πλοίων και η δυνατότητα υλοποίησης νόμιμων έργων χωρίς παρεμποδίσεις.

