Όταν η αυτοδυναμία παραμένει σύνθημα, αλλά η κουβέντα φτάνει στο ποσοστό που δικαιολογεί την αμφισβήτηση του αρχηγού, η πολιτική εικόνα μιλά από μόνη της.
Υπάρχει κάτι βαθιά προκλητικό στη συζήτηση που άνοιξε γύρω από το 25% και το πολιτικό μέλλον του Κυριάκου Μητσοτάκη: η ευκολία με την οποία η δημόσια προσοχή μεταφέρεται από τον απολογισμό μιας κυβέρνησης στους όρους επιβίωσης του επικεφαλής της.
Στον ΣΚΑΪ, απαντώντας σε ερώτηση για ενδεχόμενη αμφισβήτησή του εάν η Νέα Δημοκρατία πάρει 25%, ο πρωθυπουργός δήλωσε: «αν έφερνα 25%, καλά θα έκαναν να τα έλεγαν αυτά». Δεν ανακοίνωσε παραίτηση. Αναγνώρισε όμως ότι ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα δικαιολογούσε την αμφισβήτησή του.
Και κάπως έτσι, δίπλα στις εξαγγελίες περί αυτοδυναμίας, εμφανίστηκε ο λογαριασμός της επόμενης ημέρας: πόσο μπορεί να υποχωρήσει το κόμμα, πόση φθορά αντέχει ο αρχηγός, ποιο αποτέλεσμα μπορεί να παρουσιαστεί ως αρκετό για να συνεχίσει.
Μόνο που η χώρα δεν είναι πίνακας υπολογισμού της αντοχής μιας ηγεσίας.
Ο εργαζόμενος που μετρά τις ημέρες μέχρι τον επόμενο μισθό δεν έχει κανέναν λόγο να αγωνιά για το πολιτικό μέλλον του πρωθυπουργού. Ο νέος που προσπαθεί να πληρώσει ένα ενοίκιο δεν οφείλει να εξασφαλίσει τη συνέχεια κανενός κομματικού σχεδιασμού. Ο ασθενής που περιμένει περίθαλψη δεν χρωστά υπομονή μέχρι να λυθούν οι εσωκομματικές εξισώσεις.
Η κυβέρνηση οφείλει απαντήσεις σε αυτούς. Συγκεκριμένες, μετρήσιμες, ελέγξιμες.
Η εικόνα που δημιουργεί αυτή η συζήτηση είναι πολιτικά αποκαλυπτική. Η αυτοδυναμία προβάλλεται ως στόχος, αλλά παράλληλα εξετάζεται το αποτέλεσμα που θα επέτρεπε στον αρχηγό να παραμείνει στη θέση του. Η απόσταση ανάμεσα στα δύο δεν καλύπτεται με επικοινωνιακές ακροβασίες.
Αν η κάλπη καταγράψει σοβαρή υποχώρηση, η αποφυγή της συντριβής δεν θα αποτελεί κυβερνητικό επίτευγμα.
Ούτε μια ενδεχόμενη πρωτιά διαγράφει αυτομάτως την απώλεια εμπιστοσύνης. Μπορεί να δίνει πολιτικό προβάδισμα. Δεν προσφέρει συγχωροχάρτι για κάθε αποτυχία, κάθε αθέτηση και κάθε απαίτηση που έμεινε αναπάντητη.
Το ακόμη πιο εξοργιστικό είναι να καλούνται οι πολίτες να αντιμετωπίσουν την εσωκομματική ηρεμία ως δική τους ευθύνη. Να ψηφίσουν με το βλέμμα στραμμένο στο ποιος θα αμφισβητήσει ποιον, ποιος θα διεκδικήσει την ηγεσία και ποιος θα διαπραγματευτεί την επόμενη κυβέρνηση.
Αυτός ο λογαριασμός ανήκει στα κομματικά επιτελεία. Ας τον πληρώσουν πολιτικά τα ίδια.
Και στη Νέα Δημοκρατία υπάρχει ένα ερώτημα που δεν χωρά υπεκφυγές: με ποιο κριτήριο θα κριθεί η ηγεσία της; Με την εκπλήρωση των δεσμεύσεών της ή με το πόσο χαμηλά μπορεί να μετακινηθεί ο πήχης για να εξακολουθεί να τον περνά;
Μια παράταξη που αποδέχεται τη δεύτερη λογική παραιτείται από την απαίτηση της επιτυχίας. Αρκείται στη συντήρηση της ηγεσίας της.
Κύριε Μητσοτάκη, η λογοδοσία ισχύει πριν από την κάλπη, μέσα στη Βουλή και κάθε ημέρα της διακυβέρνησης. Δεν ενεργοποιείται όταν το ποσοστό γίνει επικίνδυνο για τον αρχηγό.
Η κοινωνία δεν σας οφείλει ένα αποτέλεσμα που θα σας βολεύει. Εσείς της οφείλετε έναν απολογισμό που να αντέχει στον έλεγχο.

