Το συνέδριο δεν έμοιαζε με πολιτικό γεγονός. Έμοιαζε με επιμνημόσυνη δέηση της μεταπολίτευσης, ντυμένη με led οθόνες, τεχνοκρατικά συνθήματα και τη μεγάλη υπόσχεση μιας διοικημένης ησυχίας.
Το συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας δεν ήταν απλώς μια κομματική διαδικασία. Ήταν κάτι βαθύτερο και γι’ αυτό πιο αποκαλυπτικό. Ήταν η τελετή ενός πολιτικού κόσμου που δεν μιλά πια στη ψυχή της κοινωνίας, αλλά στους δείκτες της. Δεν υπόσχεται μέλλον. Υπόσχεται διαχείριση. Δεν ζητά συμμετοχή. Ζητά συναίνεση. Δεν εμπνέει. Καθησυχάζει.
Σε ένα μεγάλο, κλιματιζόμενο, ψηφιακά φωτισμένο περιβάλλον, ο νεοέλληνας πήγε να προσκυνήσει τη νέα του θρησκεία: τη σταθερότητα.
Και στη μέση ο πρωθυπουργός, ψύχραιμος, τεχνοκρατικός, σχεδόν αποστειρωμένος από κάθε τραγικότητα της Ιστορίας, να μιλά για το 2030 όπως μιλούν οι λογιστές για ένα επόμενο φορολογικό έτος. Παραγωγικότητα. Ανθεκτικότητα. Τεχνητή νοημοσύνη. Επενδυτική βαθμίδα. Ψηφιακό κράτος.
Λέξεις αεροδρομίου.
Λέξεις business class.
Λέξεις που δεν έχουν ακουμπήσει ποτέ πάνω στη βλαστήμια της μάνας, στον φόβο του πολέμου, στην απελπισία του ανθρώπου που δεν βγαίνει μέχρι το τέλος του μήνα.
Και από κάτω το πλήθος να χειροκροτεί με εκείνο το κουρασμένο βλέμμα ανθρώπων που δεν πιστεύουν πια σε τίποτα, αλλά φοβούνται μήπως χάσουν και τα λίγα που τους απέμειναν.
Η σταθερότητα ως πολιτικό αναισθητικό
Αυτός είναι ο πυρήνας της σημερινής πολιτικής πρότασης: όχι όραμα, όχι ανάταση, όχι ρήξη με την παρακμή. Σταθερότητα.
Σταθερότητα απέναντι στους πολέμους.
Σταθερότητα απέναντι στην ακρίβεια.
Σταθερότητα απέναντι στην τεχνητή νοημοσύνη.
Σταθερότητα απέναντι στην ίδια τη ζωή.
Μόνο που οι πολιτισμοί δεν πεθαίνουν πάντα από χάος. Πεθαίνουν και από υπερβολική σταθερότητα. Πεθαίνουν όταν ο άνθρωπος παύει να θέλει ύψος και ζητά μόνο άνεση. Όταν φοβάται τόσο πολύ τον πόνο, ώστε παραδίδει αμαχητί την ψυχή του σε όποιον του υπόσχεται λίγη διοικημένη ησυχία.
Ο σημερινός νεοέλληνας δεν θέλει πια να συγκρουστεί με τίποτα. Θέλει να δουλεύει το app. Να πέφτει το pass στην ώρα του. Να κλείνει ηλεκτρονικά ραντεβού. Να νιώθει ότι επειδή δεν περιμένει στην ουρά της εφορίας, συμμετέχει στον εκσυγχρονισμό της Δύσης.
Κάποτε οι λαοί μετρούσαν την ακμή τους με τα έργα, τα γράμματα, την πίστη, την ελευθερία, την αντοχή τους απέναντι στην Ιστορία. Σήμερα μετρούν την πρόοδό τους με πλατφόρμες εξυπηρέτησης.
Gov.gr αντί για πολιτισμό.
Ψηφιακή μετάβαση αντί για πνευματικό βάθος.
Αξιολόγηση αντί για παιδεία.
Παραγωγικότητα αντί για ζωή.
Ο Μητσοτάκης ως σύμπτωμα, όχι ως αιτία
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεν δημιούργησε αυτόν τον κόσμο. Είναι το τέλειο πολιτικό του τέκνο.
Είναι ο ιδανικός άρχοντας μιας κοινωνίας που αντικατέστησε τη μοίρα με το dashboard και το δράμα με την πλατφόρμα εξυπηρέτησης. Μιας κοινωνίας που δεν ζητά πια ιστορική αποστολή, αλλά ασφαλή διαχείριση. Που δεν θέλει σύγκρουση, αλλά τακτοποίηση. Που δεν αναζητά μεγάλες απαντήσεις, αλλά μικρές διευκολύνσεις.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η τεχνοκρατική Ύβρις της εποχής. Η πίστη ότι η κοινωνία είναι software, οι άνθρωποι δεδομένα και η Ιστορία διοικητικός πίνακας ελέγχου. Η ψευδαίσθηση ότι αν κρατάς τους δείκτες ήρεμους, τότε και ο άνθρωπος παραμένει ζωντανός.
Όμως οι άνθρωποι μπορεί να συνεχίζουν να δουλεύουν, να καταναλώνουν, να πληρώνουν ΕΝΦΙΑ, να κάνουν scroll στο κινητό τους και να πεθαίνουν μέσα τους αθόρυβα επί χρόνια, χωρίς να το καταλάβει κανένα υπουργείο Ανάπτυξης.
Οι απουσίες που μιλούν πιο δυνατά από τους παρόντες
Και μέσα σε αυτή την επιτελική νέκυια της μεταπολίτευσης, οι απουσίες βάραιναν περισσότερο από τους παρόντες.
Ιδίως η απουσία του Αντώνη Σαμαρά. Όσο κι αν ενοχλεί το σύστημα του Μαξίμου, παραμένει μία από τις ελάχιστες φωνές μέσα στον χώρο της Νέας Δημοκρατίας που εξακολουθούν να μιλούν σαν να υπάρχει Ιστορία γύρω από την Ελλάδα. Σαν να υπάρχουν σύνορα, έθνη, γεωπολιτική, κίνδυνος, εθνικό ένστικτο.
Σαν να φυσά ακόμη άνεμος από Θουκυδίδη και όχι μόνο από συμβούλους επικοινωνίας.
Αυτό ακριβώς χαλά την αισθητική της ήσυχης διαχείρισης. Θυμίζει ότι τα κράτη δεν επιβιώνουν μόνο με rating agencies, επενδυτικά funds και PowerPoint παρουσιάσεις. Επιβιώνουν και με νεύρο. Με αγωνία. Με ιστορική μνήμη. Με ανθρώπους που δεν κοιμούνται ήσυχα όταν βλέπουν την Ιστορία να μετακινείται γύρω τους.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η εξουσία
Αλλά το πιο τραγικό δεν είναι η εξουσία. Η εξουσία κάνει πάντα αυτό που ξέρει: συντηρεί τον εαυτό της.
Το πραγματικά τραγικό είναι η κοινωνία. Αυτός ο κουρασμένος μεταπολιτευτικός άνθρωπος που δεν ζητά πια ελευθερία, ύψος, αλήθεια. Ζητά απλώς να μην τρομάξει πολύ. Να περνά η μέρα. Να λειτουργεί το internet. Να υπάρχει λίγη κατανάλωση τον χειμώνα, λίγη δόση κανονικότητας το καλοκαίρι και αρκετή ψυχολογική αναισθησία ώστε να μη χρειάζεται να σκέφτεται βαθιά.
Ένας λαός που κάποτε έφτιαχνε ήρωες, σήμερα παράγει χρήστες.
Χρήστες εφαρμογών.
Χρήστες επιδομάτων.
Χρήστες κανονικότητας.
Και τότε καταλαβαίνεις το φοβερό: αυτό το συνέδριο δεν ήταν υπόσχεση μέλλοντος. Ήταν νέκυια.
Μια κοινωνία που ζει ήδη μαζί με το νεκρό αύριό της. Ένα σώμα που συνεχίζει να κινείται, ενώ η ψυχή αποσύρεται αργά από μέσα του. Και ένας πρωθυπουργός που προσπαθεί με λέξεις, δείκτες και applications να κρατήσει ζεστό το κουφάρι ενός πολιτισμού που κουράστηκε να είναι ζωντανός.
Οι άνθρωποι κουράστηκαν.
Δεν αντέχουν άλλο ύψος.
Δεν θέλουν πια τραγικότητα.
Θέλουν μόνο να περάσει ήσυχα η μέρα.
Κι αυτό, τελικά, είναι το πιο σιωπηλό τέλος των πολιτισμών.

