Το Καστελόριζο, η συμφωνία με την Αίγυπτο και οι σχέσεις με τη Λιβύη στο επίκεντρο της παρέμβασής του – Πώς συνδέει την Ουκρανία, τη Μέση Ανατολή και τις ισορροπίες στα Στενά.
Μια περίοδο έντονων διεθνών αναταράξεων, που θα επηρεάσει και την Ελλάδα, προβλέπει ο Νίκος Μαυραγάνης, συνδέοντας την προειδοποίησή του με την ανάγκη συνολικής εθνικής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο πρώην υφυπουργός ασκεί κριτική στις διπλωματικές επιλογές του 2020 και διατυπώνει το δικό του σενάριο για μια μελλοντική αναβάθμιση της ελληνικής παρουσίας στην περιοχή.
Στο επίκεντρο της παρέμβασής του βρίσκεται η μερική οριοθέτηση ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου. Κατά την εκτίμησή του, η επιλογή να παραμείνει εκτός συμφωνίας η ανατολικότερη περιοχή άφησε μια κρίσιμη στρατηγική εκκρεμότητα, η οποία πρέπει να εξετάζεται μαζί με τις τουρκικές διεκδικήσεις, το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις σχέσεις της Αθήνας με τη Λιβύη.
Ιδιαίτερο βάρος δίνει στο Καστελόριζο. Ανατρέχοντας στην επίσκεψή του στο νησί τον Σεπτέμβριο του 2020, υπενθυμίζει ότι είχε υποστηρίξει την ανάγκη σύνδεσης της ελληνικής με την κυπριακή ΑΟΖ. Στη συλλογιστική του, το νησιωτικό σύμπλεγμα έχει καθοριστική θέση στον σχεδιασμό της ελληνικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η κριτική του στρέφεται και προσωπικά στον τότε υπουργό Εξωτερικών Νίκο Δένδια. Ο Μαυραγάνης θεωρεί ότι δεν αξιοποιήθηκαν επαρκώς οι δυνατότητες προσέγγισης με την ανατολική Λιβύη. Πρόκειται για τη δική του πολιτική αποτίμηση των χειρισμών εκείνης της περιόδου, στην οποία εντάσσει τόσο τη συμφωνία με την Αίγυπτο όσο και τις ευρύτερες διπλωματικές κινήσεις της Αθήνας.
Η βασική του ένσταση αφορά τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται οι επιμέρους αποφάσεις: υποστηρίζει ότι η ελληνική εξωτερική πολιτική χρειάζεται ενιαίο σχεδιασμό για το Καστελόριζο, την Κύπρο, την Αίγυπτο και τη Λιβύη, με αξιολόγηση των συνεπειών κάθε επιλογής σε βάθος χρόνου.
Στο διεθνές πεδίο, επαναφέρει την πρόβλεψή του ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή θα αποκτήσουν στενότερη στρατηγική σύνδεση γύρω από τα Στενά του Βοσπόρου. Αναφέρεται στη Σύμβαση του Μοντρέ του 1936 και τοποθετεί την περιοχή στο σημείο συνάντησης των συμφερόντων της Ρωσίας, των Ηνωμένων Πολιτειών και της Τουρκίας, εκτιμώντας ότι εκεί μπορεί να εκδηλωθούν νέες εντάσεις.
Για την Άγκυρα, ο πρώην υφυπουργός εστιάζει στις εξαρτήσεις που, κατά την άποψή του, δημιουργεί η προσπάθεια ταυτόχρονης συνεργασίας με ανταγωνιστικές δυνάμεις. Στην επιχειρηματολογία του περιλαμβάνει την κατάρριψη του ρωσικού Su-24 το 2015, την αγορά των S-400, τη συνεργασία στο Ακούγιου και τις τριβές με τις ΗΠΑ στον αμυντικό τομέα.
Μέσα από αυτές τις αναφορές υποστηρίζει ότι η τουρκική δραστηριοποίηση σε πολλά μέτωπα μπορεί τελικά να περιορίσει τα περιθώρια ελιγμών της. Η πιθανή αποδυνάμωση της Τουρκίας αποτελεί πρόβλεψη της ανάλυσής του, από την οποία προκύπτει και το σενάριο που περιγράφει για την Ελλάδα.
Σύμφωνα με αυτό, μια αναδιάταξη των συσχετισμών στην Ανατολική Μεσόγειο θα μπορούσε να ενισχύσει τον ελληνικό εμπορικό και πολιτισμικό ρόλο, παράλληλα με ισχυρή στρατιωτική παρουσία του Ισραήλ. Ο Μαυραγάνης βλέπει προοπτική μεγαλύτερου ελληνικού βάρους, συνδέοντάς την όμως με μια δύσκολη μεταβατική περίοδο.
Για αυτή την περίοδο χρησιμοποιεί τον όρο «χάος», περιλαμβάνοντας οικονομικές πιέσεις, κοινωνικές εντάσεις, πολιτικές ανατροπές και γεωπολιτική αστάθεια. Εκτιμά ότι η αναταραχή θα μπορούσε να έχει τη μορφή απότομης υποχώρησης και κατόπιν ανάκαμψης, όπως αποτυπώνεται στο σχήμα μιας κρίσης τύπου V.
Πίσω από τους διεθνείς ανταγωνισμούς διακρίνει μια ευρύτερη αντιπαράθεση ανάμεσα στην παγκοσμιοποίηση και στην ενίσχυση των εθνών-κρατών. Συνδέει την πρώτη με τη συγκέντρωση ισχύος και την αποδυνάμωση της παραγωγικής αυτονομίας, ενώ στη δεύτερη αποδίδει προτεραιότητα στην εγχώρια παραγωγή και στη διατήρηση των ιστορικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών κάθε χώρας.
Σε αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο εντάσσει και την πολιτική δασμών του Ντόναλντ Τραμπ. Την αντιμετωπίζει ως μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας αναδιοργάνωσης των οικονομικών σχέσεων, με έμφαση στην προστασία της αμερικανικής παραγωγής.
Απέναντι στην ευρωπαϊκή ηγεσία εμφανίζεται επικριτικός, θέτοντας ζητήματα αποβιομηχάνισης, μεταφοράς παραγωγικών δραστηριοτήτων και οικονομικής εξάρτησης. Κατά την άποψή του, οι κοινωνικές αντιδράσεις και οι πολιτικές κρίσεις στην Ευρώπη συνδέονται με τις συνέπειες αυτών των επιλογών.
Στην ίδια συζήτηση εντάσσει την τεχνητή νοημοσύνη και την ψηφιακή διακυβέρνηση. Ο προβληματισμός του αφορά το ενδεχόμενο συγκέντρωσης ακόμη μεγαλύτερης εξουσίας σε τεχνολογικούς μηχανισμούς και περιορισμού της ανθρώπινης αυτονομίας. Θέτει έτσι το ζήτημα του ελέγχου της τεχνολογίας και της θέσης του ανθρώπου μέσα στις αλλαγές που αυτή επιφέρει.
Οι προβλέψεις του Μαυραγάνη θα κριθούν από τις εξελίξεις. Η πολιτική συζήτηση που ανοίγει για την Ελλάδα αφορά ήδη συγκεκριμένες επιλογές: τη διαχείριση των θαλάσσιων εκκρεμοτήτων, την αξιοποίηση των συνεργασιών και την προετοιμασία απέναντι σε πιθανές κρίσεις. Το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιο σχέδιο η χώρα θα επιδιώξει μεγαλύτερο ρόλο και πώς θα υπερασπιστεί τα συμφέροντά της εάν οι διεθνείς ισορροπίες αλλάξουν προς δυσμενέστερη κατεύθυνση.

