Στην Περιφερειακή Ένωση Δήμων (ΠΕΔ) Στερεάς Ελλάδας συζητήσαμε το νέο νομοσχέδιο για την Αυτοδιοίκηση, το οποίο συνοδεύεται και από νέο εκλογικό νόμο. Η συζήτηση αυτή δεν είναι μια τεχνική λεπτομέρεια που αφορά αποκλειστικά τους αιρετούς. Αφορά άμεσα κάθε δημότη, γιατί καθορίζει δύο κρίσιμα στοιχεία της καθημερινότητάς μας: ποιος αποφασίζει για τις τοπικές ανάγκες και με ποια μέσα τις χρηματοδοτεί.
Ως Πρόεδρος της Επιτροπής Οικονομικών της ΠΕΔ, ανέδειξα πρωτίστως το οικονομικό αποτύπωμα των προωθούμενων αλλαγών. Διότι αν αφαιρεθούν οι διακηρύξεις και οι ευγενικές διατυπώσεις, η ουσία είναι απλή: μεταφέρονται πρόσθετα βάρη στους πολίτες και περιορίζεται ακόμη περισσότερο η δυνατότητα των Δήμων να ασκούν πολιτική με αυτοτέλεια και λογοδοσία απέναντι στην κοινωνία.
1. Νέες επιβαρύνσεις σε βάρος των δημοτών
Η εμπειρία των τελευταίων ετών είναι ξεκάθαρη: όταν το κεντρικό κράτος δεν χρηματοδοτεί επαρκώς τις υποχρεώσεις που επιβάλλει, ο λογαριασμός καταλήγει στους δημότες. Αυτό γίνεται είτε άμεσα (μέσα από αυξημένα τέλη και επιβαρύνσεις) είτε έμμεσα (μέσα από υποβάθμιση υπηρεσιών, καθυστερήσεις έργων και διαρκή “διαχείριση της φτώχειας” στους προϋπολογισμούς).
Το νέο πλαίσιο, όπως διαμορφώνεται, κινείται σε μια κατεύθυνση που ενισχύει αυτήν ακριβώς τη μετακύλιση. Δηλαδή, αντί να θωρακίζει τους πόρους της Αυτοδιοίκησης και να εγγυάται σταθερή, προβλέψιμη χρηματοδότηση, ωθεί τους Δήμους να “βρουν τα λεφτά” από τους πολίτες τους. Αυτή η επιλογή δεν είναι ουδέτερη: βαθαίνει τις ανισότητες μεταξύ Δήμων, επιβαρύνει δυσανάλογα περιοχές με χαμηλότερα εισοδήματα και δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο κοινωνικής δυσαρέσκειας.
2. Κατάργηση στην πράξη της οικονομικής αυτοτέλειας
Η οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ δεν είναι θεωρητική έννοια. Είναι προϋπόθεση δημοκρατίας και αποτελεσματικότητας σε τοπικό επίπεδο. Θεσμοθετήθηκε, μεταξύ άλλων, με το άρθρο 259 του ν. 3852/2010, όμως στην πράξη δεν εφαρμόστηκε ποτέ όπως θα έπρεπε, καθώς η περίοδος του Μεσοπρόθεσμου και των Μνημονίων επέβαλε ένα διαρκές καθεστώς περιορισμών, επιτηρήσεων και δημοσιονομικών “κόφτων”.
Αντί, λοιπόν, να δούμε μια ουσιαστική επαναφορά της αρχής “αρμοδιότητα χωρίς πόρους δεν νοείται”, οδηγούμαστε σε μια νέα κανονικότητα: Δήμοι με αυξανόμενες υποχρεώσεις, αλλά με όλο και μικρότερη πραγματική δυνατότητα επιλογών. Η αυτοτέλεια δεν καταργείται πάντα με μια φανερή διάταξη. Συχνά “αποσυναρμολογείται” με σωρευτικές ρυθμίσεις που εντείνουν την εξάρτηση από το κέντρο, περιορίζουν τους βαθμούς ελευθερίας στον σχεδιασμό και μετατρέπουν τον Δήμο από θεσμό ανάπτυξης και κοινωνικής συνοχής σε απλό διαχειριστή ανεπαρκών κονδυλίων.
Το αποτέλεσμα είναι διπλά προβληματικό:
- Οι πολίτες χρεώνουν στον Δήμο ευθύνες για ζητήματα που δεν μπορεί να λύσει χωρίς πόρους.
- Το κεντρικό κράτος διατηρεί τον έλεγχο, αλλά αποφεύγει τη λογοδοσία, μεταφέροντας τη φθορά προς τα κάτω.
3. Ένας εκλογικός νόμος με εμφανή σκοπιμότητα
Σχολίασα επίσης τον υπό διαβούλευση νέο εκλογικό νόμο. Η Αυτοδιοίκηση χρειάζεται κανόνες που ενισχύουν τη νομιμοποίηση, τη συμμετοχή και τη συνεργασία. Όχι μηχανισμούς που “κλειδώνουν” αποτελέσματα, ευνοούν τους εν ενεργεία και –σε ακραίες περιπτώσεις– προσομοιάζουν με έμμεσους διορισμούς δημάρχων.
Όταν ο εκλογικός σχεδιασμός γίνεται με το βλέμμα στις ισορροπίες της επόμενης ημέρας και όχι στις ανάγκες της κοινωνίας, προκύπτουν δύο συνέπειες: πρώτον, αποδυναμώνεται η αντιπροσωπευτικότητα· δεύτερον, ενισχύεται η δυσπιστία των πολιτών, που αισθάνονται ότι η ψήφος τους έχει μειωμένη βαρύτητα. Και όπου μειώνεται η εμπιστοσύνη, αυξάνεται η αποχή, η απαξίωση και τελικά το χάσμα κοινωνίας–Αυτοδιοίκησης.
4. Το δημαρχοκεντρικό μοντέλο και η σιωπή των συλλογικών οργάνων
Είναι επίσης λυπηρό ότι τα συλλογικά όργανα της Αυτοδιοίκησης, ακριβώς επειδή λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό δημαρχοκεντρικά, συχνά παρασύρονται από πρόσκαιρα εκλογικά οφέλη που θεσμοθετούνται υπέρ των εν ενεργεία δημάρχων και προσποιούνται ότι δεν βλέπουν την ευρύτερη, δυσοίωνη θεσμική εξέλιξη.
Όμως εδώ δεν κρίνεται η “ευκολία” μιας διοίκησης. Κρίνεται η ποιότητα του θεσμού. Η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να ζητά εμπιστοσύνη από την κοινωνία, όταν αποδέχεται ρυθμίσεις που μειώνουν τη συμμετοχή, στενεύουν την αυτοτέλεια και φορτώνουν το κόστος στους δημότες.
5. Τι χρειάζεται πραγματικά η Αυτοδιοίκηση
Αν θέλουμε ισχυρούς Δήμους, δεν αρκούν οι τίτλοι και οι μεταρρυθμιστικές κορδέλες. Χρειάζονται:
- Σταθεροί, επαρκείς και προβλέψιμοι πόροι, ώστε οι αρμοδιότητες να συνοδεύονται από χρηματοδότηση.
- Πραγματική εφαρμογή της οικονομικής αυτοτέλειας που προβλέπεται θεσμικά, όχι διαρκής υποκατάστασή της από έκτακτες ρυθμίσεις.
- Εκλογικοί κανόνες που ενισχύουν τη νομιμοποίηση, την αντιπροσώπευση και τη συνεργασία – όχι σκοπιμότητες.
- Θεσμικές ασφαλιστικές δικλείδες λογοδοσίας και συμμετοχής, ώστε ο δημότης να νιώθει ότι ο Δήμος είναι δικός του θεσμός, όχι μακρινό διοικητήριο.
Η Αυτοδιοίκηση είτε θα είναι πυλώνας δημοκρατίας και ανάπτυξης είτε θα διολισθήσει σε ρόλο εξαρτημένου διαχειριστή. Το νέο νομοσχέδιο, όπως προωθείται, κινδυνεύει να μας οδηγήσει στο δεύτερο.
Η διαβούλευση οφείλει να είναι ουσιαστική. Και η στάση μας οφείλει να είναι καθαρή: Δήμοι με αυτοτέλεια, πόρους και δημοκρατική νομιμοποίηση. Όχι Δήμοι φοροεισπρακτικοί για λογαριασμό άλλων και πολιτικά “ρυθμισμένοι” εκ των προτέρων.
ΠΗΓΗ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΠΥΡΟΥ


