Υπάρχει ένα φαινόμενο που επανέρχεται διαχρονικά στην ελληνική πολιτική ζωή: η ανάδειξη προσώπων που, χωρίς ιδιαίτερο υπόβαθρο, παιδεία ή αίσθηση ευθύνης, βρίσκουν τον εαυτό τους ξαφνικά στο επίκεντρο της εξουσίας. Πρόκειται για εκείνους τους «τραχανοπλαγιάδες της πολιτικής» — ανθρώπους που μπήκαν στο προσκήνιο περισσότερο χάρη στη συγκυρία, στην τηλεοπτική προβολή ή στην επιδεξιότητα του παρασκηνίου, παρά στην ουσία της πολιτικής προσφοράς.
Η ελληνική κοινωνία, κουρασμένη από δεκαετίες σκανδάλων, υποκρισίας και απογοητεύσεων, συχνά αναζητά «νέα πρόσωπα». Όμως, πίσω από αυτόν τον αυθορμητισμό κρύβεται μια επικίνδυνη επιπολαιότητα: ο ενθουσιασμός για κάθε φωνακλά, για κάθε τηλεοπτικό «αντισυστημικό», για κάθε πρόσωπο που μιλά απλοϊκά, σαν να απευθύνεται σε παρέα καφενείου. Κι έτσι, η πολιτική σοβαρότητα αντικαθίσταται από το θέαμα, η ευθύνη από την αμετροέπεια και η γνώση από το θράσος.
Οι τραχανοπλαγιάδες της πολιτικής δεν είναι απλώς γραφικές φιγούρες. Είναι επικίνδυνοι γιατί, υπό το πρόσχημα του «λαϊκού λόγου», αποδομούν τους θεσμούς και ευτελίζουν τη δημόσια συζήτηση. Δεν χτίζουν – καταστρέφουν. Δεν προτείνουν – καταγγέλλουν. Και κυρίως, δεν σέβονται τίποτα πέρα από την προσωπική τους προβολή. Ο λαϊκισμός τους δεν είναι ιδεολογία· είναι μηχανισμός αυτοσυντήρησης.
Η ευθύνη, ωστόσο, δεν βαραίνει μόνο τους ίδιους. Ανήκει και στους πολίτες, στα μέσα ενημέρωσης, στα κόμματα που ανέχονται ή ακόμη και επιβραβεύουν τέτοιες συμπεριφορές. Όταν η πολιτική μετατρέπεται σε reality, όταν οι κραυγές επικρατούν των επιχειρημάτων, όταν το ύφος αντικαθιστά το ήθος, τότε οι τραχανοπλαγιάδες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος να ανθίσουν.
Η χώρα χρειάζεται πολιτικούς με σεβασμό, γνώση, αίσθηση μέτρου και επίγνωση ευθύνης — όχι «παλικαράδες» της τηλεοπτικής αρένας ούτε «δήθεν απλούς ανθρώπους» που πουλούν αγανάκτηση για ψήφους. Αν η δημοκρατία θέλει να παραμείνει υγιής, οφείλει να ξεχωρίζει τη γνησιότητα από τη φτήνια, το λαϊκό από το λαϊκίστικο, και την πολιτική από το θέαμα.
Οι τραχανοπλαγιάδες δεν θα εξαφανιστούν εύκολα· θα υπάρχουν όσο τους χειροκροτούμε. Το ζήτημα είναι αν η κοινωνία θα ωριμάσει αρκετά ώστε να πάψει να γελά με τους «δήθεν» και να απαιτήσει επιτέλους σοβαρότητα.

