Δεν είναι το πρόσωπο που εξοργίζει. Είναι το θράσος. Είναι η απόπειρα να βαφτιστεί η παράδοση της δημόσιας περιουσίας «αξιοποίηση», να παρουσιαστεί το Υπερταμείο ως εργαλείο τάξης και όχι ως μηχανισμός δέσμευσης της χώρας για 99 χρόνια, και να σερβιριστεί στους πολίτες μια ψεύτικη εκδοχή της πραγματικότητας.
Ο Αλέξης Τσίπρας δεν χρεοκόπησε μόνος του την Ελλάδα. Όμως υπέγραψε, νομιμοποίησε και εφάρμοσε κρίσιμους μηχανισμούς εκποίησης και επιτροπείας, τους οποίους σήμερα επιχειρεί να ωραιοποιήσει. Και αυτό δεν είναι πολιτική υπεράσπιση. Είναι προσβολή στη μνήμη, στη λογική και στην αξιοπρέπεια των Ελλήνων.
Το μεγάλο ψέμα του Υπερταμείου
Η πιο προκλητική πλευρά της δημόσιας παρέμβασης Τσίπρα δεν είναι ένα φραστικό λάθος για τις τράπεζες. Είναι η συνειδητή προσπάθεια να παρουσιαστεί ως δήθεν ανύπαρκτη ή αθώα η υποθήκευση της δημόσιας περιουσίας μέσω του Υπερταμείου.
Εκεί δεν χωρά καμία παρεξήγηση.
Δεν πρόκειται για «λάθος διατύπωση».
Πρόκειται για πολιτική παραχάραξη.
Το Υπερταμείο δεν ήταν κάποιο ουδέτερο εργαλείο καλύτερης διαχείρισης. Ήταν και παραμένει ο κεντρικός μηχανισμός μέσω του οποίου η δημόσια περιουσία πέρασε σε καθεστώς μακροχρόνιας δέσμευσης, με διοικητική δομή που δεν ελέγχεται απολύτως από το ελληνικό κράτος και με όρους λήψης αποφάσεων που ακυρώνουν στην πράξη κάθε έννοια πλήρους εθνικής κυριαρχίας.
Και όταν ο ίδιος ο πολιτικός που το υπέγραψε βγαίνει σήμερα να πει ότι δεν υπήρξε υποθήκευση, τότε δεν έχουμε απλώς πολιτική υποκρισία. Έχουμε περιφρόνηση προς έναν ολόκληρο λαό που πλήρωσε, πληρώνει και θα πληρώνει.
Ξεπούλημα με άλλη ταμπέλα παραμένει ξεπούλημα
Η δημόσια περιουσία δεν «αξιοποιήθηκε».
Εκποιήθηκε.
Και το να αλλάζει κανείς τις λέξεις δεν αλλάζει ούτε τα γεγονότα ούτε το αποτέλεσμα.
Αεροδρόμια, λιμάνια, μαρίνες, ενεργειακές υποδομές, τράπεζες, τρένα, ακίνητα-φιλέτα, στρατηγικοί τομείς της οικονομίας: ό,τι είχε αξία, ό,τι μπορούσε να αποτελέσει μοχλό εθνικής ισχύος ή αναπτυξιακό εργαλείο, πέρασε σταδιακά σε καθεστώς αποδυνάμωσης του δημόσιου ελέγχου. Και όλα αυτά ενώ το χρέος όχι μόνο δεν περιορίστηκε ουσιαστικά, αλλά συνέχισε να λειτουργεί ως μόνιμος βρόχος στον λαιμό της χώρας.
Αυτό είναι το αδυσώπητο πολιτικό γεγονός:
μαζικό ξεπούλημα χωρίς εθνική ανάταξη,
εκποίηση χωρίς πραγματική απομείωση του βάρους,
θυσίες χωρίς αντίκρισμα.
Και είναι εξοργιστικό να εμφανίζεται σήμερα αυτή η πραγματικότητα περίπου ως επιτυχία ή ως αναγκαστική αλλά δήθεν «έξυπνη» διαχείριση. Όχι. Ήταν παραχώρηση πλούτου, ισχύος και ελέγχου. Και οι πολίτες το γνωρίζουν πολύ καλά.
Το πιο προκλητικό; Το ξέπλυμα των άλλων
Σαν να μην έφτανε η απόπειρα εξωραϊσμού των δικών του πεπραγμένων, ο Αλέξης Τσίπρας επιχείρησε ταυτόχρονα και κάτι ακόμη πιο ύποπτο πολιτικά: να ξεπλύνει τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή τη συγκυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου και συνολικά το μνημονιακό μπλοκ που συνέβαλε καθοριστικά στη λεηλασία της χώρας.
Γιατί άραγε;
Γιατί αυτή η σπουδή να θολώσουν οι γραμμές;
Γιατί αυτή η βολική εξίσωση όλων μέσα σε ένα νέφος δήθεν κοινής ευθύνης, που στο τέλος αθωώνει τους πάντες και αφήνει μόνο τον λαό να πληρώνει;
Η αλήθεια είναι πολύ πιο απλή και πολύ πιο βρόμικη:
όταν το παλιό και το νέο μνημονιακό προσωπικό συναντιούνται στην ίδια γλώσσα περί «αξιοποίησης», όταν η εκποίηση βαφτίζεται «μεταρρύθμιση» από τον έναν και «ορθολογισμός» από τον άλλον, τότε δεν έχουμε πολιτική σύγκρουση. Έχουμε σύμπτωση συμφερόντων, σύμπτωση αφήγησης και κοινή προσβολή προς την κοινωνία.
Ο ένας επιχειρεί να ξεπλύνει τον άλλον γιατί όλοι μαζί θέλουν να ξεπλύνουν την ίδια εποχή, την ίδια στρατηγική, το ίδιο έγκλημα εις βάρος της χώρας.
Η Ιστορία δεν ξαναγράφεται με θράσος, τηλεοπτικές ατάκες και επιλεκτική αμνησία.
Το Υπερταμείο υπήρξε. Η δημόσια περιουσία δεσμεύτηκε. Η χώρα ξεπουλήθηκε κομμάτι-κομμάτι. Και κανένα πολιτικό λούστρο δεν μπορεί να κρύψει ότι όσοι κυβέρνησαν ζητούν σήμερα από τους Έλληνες να ξεχάσουν αυτά που οι ίδιοι υπέγραψαν.
Δεν είναι λοιπόν θέμα αντιπάθειας προς τον Τσίπρα.
Είναι θέμα αλήθειας.
Είναι θέμα πολιτικής εντιμότητας.
Είναι θέμα εθνικής αξιοπρέπειας.
Και όταν ένας πρώην πρωθυπουργός προσπαθεί να πείσει ότι το ξεπούλημα δεν ήταν ξεπούλημα, ότι η δέσμευση δεν ήταν δέσμευση και ότι οι πολίτες δεν πρέπει να πιστεύουν τα μάτια τους, τότε η μόνη σωστή απάντηση είναι μία:
Ντροπή. Και για τα ψέματα. Και για τον λαϊκισμό. Και για την προσβολή προς έναν λαό που θυμάται.

