Η νέα Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη διεκδικεί την πολιτική κληρονομιά της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, παρουσιάζοντας τον πρώην πρωθυπουργό αποκομμένο από τις αποτυχίες και τις βαριές επιλογές εκείνης της περιόδου
Νέο όνομα, νέο λογότυπο, νέα πρόσωπα και μια παλιά, πολύ βολική αφήγηση: για ό,τι θετικό συνέβη την περίοδο 2015–2019 υπεύθυνος ήταν ο Αλέξης Τσίπρας· για ό,τι απέτυχε, ευθύνονταν οι υπουργοί, οι βουλευτές, οι συσχετισμοί, οι δανειστές και οι περίφημες «αυταπάτες» — πάντως όχι ο ίδιος.
Αυτό είναι το κεντρικό πολιτικό τέχνασμα πάνω στο οποίο φαίνεται να οικοδομείται η επιστροφή του πρώην πρωθυπουργού. Η επανεμφάνισή του παρουσιάζεται ως «νέα αρχή», λες και η αλλαγή της κομματικής ταμπέλας μπορεί να διαγράψει μια ολόκληρη κυβερνητική περίοδο. Λες και ο πρωθυπουργός εκείνης της κυβέρνησης ήταν απλός παρατηρητής των αποφάσεών της.
Πριν από όλα, όμως, χρειάζεται μία πραγματολογική διόρθωση. Δεν έχουν αποκλειστεί όλοι οι υπουργοί και οι βουλευτές της περιόδου 2015–2019. Στα όργανα της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης συμμετέχουν πρώην κυβερνητικά στελέχη, μεταξύ των οποίων οι Κώστας Γαβρόγλου, Μιχάλης Καλογήρου, Γιώργος Βασιλειάδης και Δημήτρης Λιάκος, καθώς και πρώην βουλευτές. Το ακριβές ερώτημα, επομένως, δεν είναι γιατί αποκλείστηκαν «όλοι». Είναι ποιοι επιλέγονται, ποιοι μένουν εκτός και με ποια πολιτικά κριτήρια επιχειρείται η αναπαλαίωση του παλιού υλικού.
Συλλογική κυβέρνηση, ατομική αθωότητα;
Όσοι υπερασπίζονται με πάθος το κυβερνητικό έργο του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορούν ταυτόχρονα να παρουσιάζουν τον Αλέξη Τσίπρα ως τον μοναδικό δημιουργό των θετικών και ως περίπου ανεύθυνο για τα αρνητικά.
Η κυβέρνηση δεν ήταν ακυβέρνητο πλοίο. Είχε πρωθυπουργό, κεντρική γραμμή, Υπουργικό Συμβούλιο και κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Αν τα θετικά πιστώνονται στην ηγεσία, στην ίδια ηγεσία αναλογεί και η πρώτη πολιτική ευθύνη για τις αποτυχίες. Δεν γίνεται η συλλογικότητα να επιστρατεύεται για τις ήττες και να εξαφανίζεται όταν μοιράζονται τα εύσημα.
Η πολιτική ευθύνη δεν είναι μπουφές για να διαλέγει κανείς ό,τι τον συμφέρει. Ούτε μπορεί ένα ολόκληρο κυβερνητικό προσωπικό να μετατρέπεται εκ των υστέρων σε βολικό αποδιοπομπαίο τράγο, ώστε ο επικεφαλής του να επιστρέψει στην πολιτική σκηνή με λευκό μητρώο.
Το 2015 δεν διαγράφεται με ένα νέο ακρωνύμιο
Το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 έδωσε ποσοστό 61,31% στο «Όχι». Λίγες εβδομάδες αργότερα, η κυβέρνηση συμφώνησε στο τρίτο πρόγραμμα του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας και στο νέο Μνημόνιο. Ανεξάρτητα από το πώς αξιολογεί κανείς τις ασφυκτικές συνθήκες εκείνης της περιόδου, η πολιτική αντιστροφή ήταν ιστορική και φέρει πρωτίστως την υπογραφή του τότε πρωθυπουργού.
Το 2016 ιδρύθηκε η Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας, το γνωστό Υπερταμείο, με διάρκεια 99 ετών και ευρύ χαρτοφυλάκιο δημόσιων συμμετοχών και περιουσιακών στοιχείων. Τον Δεκέμβριο του 2015 υπογράφηκαν επίσης οι συμβάσεις παραχώρησης των 14 περιφερειακών αεροδρομίων στη Fraport και στους εταίρους της.
Όσοι θεωρούν αυτές τις επιλογές αναγκαίες υποχωρήσεις οφείλουν να τις υπερασπιστούν καθαρά. Όσοι τις θεωρούν εκποίηση δημόσιου πλούτου οφείλουν να καταλογίσουν την ευθύνη και στον άνθρωπο που ηγήθηκε της κυβέρνησης που τις υπέγραψε.
Η παραχώρηση του αεροδρομίου της Καλαμάτας για σαράντα χρόνια σε σχήμα με βασικό μέτοχο τη Fraport δείχνει ότι το ίδιο μοντέλο συνεχίζεται και από τη σημερινή κυβέρνηση. Αυτό δεν αθωώνει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Αποδεικνύει ότι πίσω από τη ρητορική σύγκρουση υπάρχει συχνά εντυπωσιακή συνέχεια στις στρατηγικές επιλογές.
Και υπάρχει, βέβαια, το Μάτι. Μια εθνική τραγωδία με 104 νεκρούς, τεράστιες επιχειρησιακές ευθύνες και βαθιά τραυματική επικοινωνιακή διαχείριση. Η συζήτηση για το τι γνώριζε ποιος, πότε ενημερώθηκε και τι παρουσιάστηκε στη ζωντανή σύσκεψη δεν μπορεί να σβήσει επειδή πέρασαν τα χρόνια. Η πολιτική ευθύνη της κυβέρνησης εκείνης της νύχτας δεν ανήκει μόνο στους υπουργούς και στους υπηρεσιακούς παράγοντες. Φτάνει μέχρι την κορυφή.
Ποιος βούλιαξε πραγματικά τον ΣΥΡΙΖΑ;
Το ίδιο βολική είναι και η αφήγηση για την περίοδο της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Οι βουλευτές και τα στελέχη εμφανίζονται σήμερα ως οι άνθρωποι που απέτυχαν, απομάκρυναν την κοινωνία και βούλιαξαν το κόμμα.
Όμως μέχρι την εκλογική συντριβή του 2023 ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πρόεδρο τον Αλέξη Τσίπρα. Εκείνος καθόριζε τη στρατηγική, επέλεγε τα κεντρικά πρόσωπα και είχε την τελική πολιτική ευθύνη.
Η παραίτησή του μετά την ήττα δεν μπορεί να μετατραπεί, τρία χρόνια αργότερα, σε πιστοποιητικό αθωότητας. Ο καπετάνιος δεν γίνεται επιβάτης επειδή εγκατέλειψε τη γέφυρα όταν το πλοίο είχε ήδη χτυπήσει στα βράχια.
Η μνήμη δεν είναι επικοινωνιακό εμπόδιο
Ένα τμήμα των μέσων ενημέρωσης αντιμετωπίζει σήμερα την επιστροφή Τσίπρα σαν την πρεμιέρα ενός ολοκαίνουργιου πολιτικού προϊόντος. Το παρελθόν περιορίζεται σε μερικές «δυσκολίες», οι αντιφάσεις βαφτίζονται «εμπειρία» και οι αποτυχίες μεταφέρονται σε όσους δεν χωρούν στη νέα φωτογραφία.
Αλλά η πολιτική δεν είναι εταιρικό rebranding. Η αλλαγή ονόματος δεν ακυρώνει τις αποφάσεις, τις υπογραφές και τις συνέπειές τους. Και η ανανέωση προσώπων δεν μπορεί να βασίζεται στον εξευτελισμό όσων υπηρέτησαν πιστά τον ίδιο αρχηγό και τις ίδιες κυβερνητικές επιλογές.
Η Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη έχει κάθε δικαίωμα να διεκδικήσει πολιτικό ρόλο. Δεν έχει, όμως, δικαίωμα να απαιτεί από την κοινωνία επιλεκτική αμνησία.
Αν θέλει να μιλήσει σοβαρά για το μέλλον, οφείλει πρώτα να απαντήσει καθαρά για το παρελθόν: τι θεωρεί σωστό από το 2015–2019, τι θεωρεί λάθος και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη.
Γιατί μπορεί κάποιος να πείσει ορισμένους ανθρώπους για λίγο ότι ο αρχηγός πιστώνεται μόνο τις νίκες και οι συνεργάτες του μόνο τις ήττες. Δεν μπορεί, όμως, να πείσει μια ολόκληρη κοινωνία για πάντα.

