Από τις θεατρικές σκηνές της Βρετανίας στη γέφυρα του Enterprise και στον κόσμο των «X-Men», ο σπουδαίος ηθοποιός άφησε μια διαδρομή που ξεπέρασε τα όρια των ειδών και των γενεών.
Ο Πάτρικ Στιούαρτ, ο ηθοποιός που έδωσε στον κυβερνήτη Ζαν-Λικ Πικάρ τη φωνή, τη σοβαρότητα και την ανθρώπινη διάστασή του, πέθανε την Τετάρτη 28 Οκτωβρίου στο σπίτι του στο Λος Άντζελες, σε ηλικία 86 ετών. Η ανακοίνωση έγινε την Πέμπτη, μέσα από τους λογαριασμούς του στα κοινωνικά δίκτυα, και ανέφερε ότι το τελευταίο διάστημα αντιμετώπιζε τη νόσο Αλτσχάιμερ και άνοια με σωμάτια Lewy. Στο πλευρό του βρισκόταν η σύζυγός του, Σάνι Οζέλ.
Για εκατομμύρια θεατές ήταν ο άνθρωπος που μπορούσε να επιβληθεί στη γέφυρα ενός διαστημοπλοίου με μια ήρεμη φράση. Για το θέατρο, ήταν ένας ερμηνευτής με βαθιά γνώση του Σαίξπηρ και δεκαετίες δουλειάς στη σκηνή. Αυτές οι δύο πλευρές συναντήθηκαν στην καριέρα του, δίνοντας στην επιστημονική φαντασία χαρακτήρες με κύρος, ευαισθησία και εσωτερικές συγκρούσεις.
Η μεγάλη τηλεοπτική ανατροπή ήρθε το 1987, όταν ανέλαβε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Star Trek: The Next Generation». Ήταν ήδη καταξιωμένος στο βρετανικό θέατρο, αλλά παρέμενε σχετικά άγνωστος στο αμερικανικό τηλεοπτικό κοινό. Ο Πικάρ άλλαξε οριστικά αυτή την εικόνα.
Στις επτά σεζόν της σειράς, ο Στιούαρτ διαμόρφωσε έναν κυβερνήτη που επιστράτευε τη σκέψη, τον διάλογο και την αίσθηση καθήκοντος. Η ψυχραιμία του και η προσήλωσή του στις αρχές έγιναν βασικά γνωρίσματα ενός από τους πιο αναγνωρίσιμους χαρακτήρες της τηλεοπτικής επιστημονικής φαντασίας.
Η σχέση του με τον Πικάρ συνεχίστηκε σε τέσσερις κινηματογραφικές ταινίες, από το «Star Trek Generations» το 1994 μέχρι το «Star Trek: Nemesis» το 2002. Το 2020 επέστρεψε στον ρόλο με το «Star Trek: Picard», μια σειρά που ολοκληρώθηκε έπειτα από τρεις σεζόν και έφερε ξανά στο προσκήνιο τον ήρωα που σημάδεψε την πορεία του.
Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο της κινηματογραφικής του αναγνωρισιμότητας γράφτηκε με τους «X-Men». Ως Τσαρλς Ξαβιέ, ο τηλεπαθητικός καθηγητής και μέντορας των μεταλλαγμένων, συνδύασε την αυστηρότητα με τη φροντίδα. Από την πρώτη ταινία το 2000 μέχρι το «Logan» το 2017, έδειξε διαφορετικές όψεις του χαρακτήρα, φτάνοντας σε μια ιδιαίτερα ευάλωτη και συγκινητική ερμηνεία. Η παρουσία του στην επιστημονική φαντασία είχε αρχίσει νωρίτερα, με τον Γκέρνι Χάλεκ στο «Dune» του Ντέιβιντ Λιντς, το 1984.
Πίσω από τη διεθνή επιτυχία υπήρχε μια παιδική ηλικία γεμάτη στερήσεις. Γεννημένος στις 13 Ιουλίου 1940 στο Μίρφιλντ του Γιορκσάιρ, ο Στιούαρτ μεγάλωσε σε εργατική οικογένεια και μίλησε αργότερα δημόσια για τη βία που ασκούσε ο πατέρας του στη μητέρα του. Οι αναμνήσεις αυτές αποτέλεσαν ένα από τα πιο προσωπικά και επώδυνα κομμάτια της δημόσιας αφήγησής του.
Το θέατρο μπήκε στη ζωή του μέσα από το σχολείο, χάρη σε έναν καθηγητή Αγγλικών που του ανέθεσε να διαβάσει τον Σάιλοκ από τον «Έμπορο της Βενετίας». Προτού ακολουθήσει επαγγελματικά την υποκριτική, εργάστηκε σε τοπική εφημερίδα και ως πωλητής επίπλων. Μια υποτροφία τού άνοιξε τον δρόμο για τη δραματική σχολή Bristol Old Vic.
Από το 1966 συνεργάστηκε με τη Royal Shakespeare Company, χτίζοντας την τεχνική και τη σκηνική παρουσία που αργότερα αναγνώριζαν οι θεατές σε κάθε του εμφάνιση. Η τηλεοπτική και κινηματογραφική επιτυχία δεν διέκοψε τη θεατρική του πορεία. Επέστρεφε σε απαιτητικούς ρόλους, από τον Πρόσπερο στην «Τρικυμία» μέχρι τον «Μάκβεθ», ενώ ξεχώρισαν και οι συνεργασίες του με τον στενό φίλο του Ίαν ΜακΚέλεν.
Δίπλα στις δραματικές ερμηνείες υπήρχε ένας ηθοποιός που απολάμβανε το χιούμορ και τον αυτοσαρκασμό. Οι εμφανίσεις του στο «Saturday Night Live», στους «Simpsons» και στο «Sesame Street», όπως και η φωνή του στο «American Dad!», αποκάλυπταν πόσο πρόθυμος ήταν να παίξει με την επιβλητική δημόσια εικόνα του.
Το 2010 χρίστηκε ιππότης για την προσφορά του στην υποκριτική. Το 2023 κυκλοφόρησε την αυτοβιογραφία του, «Making It So», δανειζόμενος τον τίτλο από τη χαρακτηριστική εντολή του Πικάρ. Στις σελίδες της μίλησε για τις επιτυχίες, τα προσωπικά του λάθη και την επιθυμία του να συνεχίσει να εργάζεται.
Ο Πάτρικ Στιούαρτ αφήνει πίσω του τη σύζυγό του και τα δύο παιδιά του, τον Ντάνιελ και τη Σόφι. Στο έργο του μένει η ίδια αναγνωρίσιμη ποιότητα: ένας ηθοποιός που έδινε βάρος στις λέξεις και έκανε ακόμη και τους πιο μακρινούς, φανταστικούς κόσμους να μιλούν για τον άνθρωπο.

