Η παραίτηση του Κώστα Τσιάρα πυροδότησε νέο γύρο πολιτικής σύγκρουσης για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, με υποστηρικτές του πρώην υπουργού να κάνουν λόγο για δυσανάλογη στοχοποίηση γύρω από μια υπόθεση που, όπως υποστηρίζουν, αφορούσε μόλις 190 ευρώ.
Σε δημόσια ανάρτησή του, ο Δημήτρης Παπαγιαννίδης στήνει πλήρη γραμμή υπεράσπισης του πρώην υπουργού, επιμένοντας ότι δεν υπήρξε ούτε προσωπική εμπλοκή, ούτε παράνομη πράξη, ούτε ζημία για το Δημόσιο ή την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά μόνο μια παρέμβαση για «νόμιμη λύση» σε αγρότη που κινδύνευε να χάσει επιδότηση.
Το αφήγημα της υπεράσπισης
Σύμφωνα με την ανάρτηση, η υπόθεση αφορά αγρότη στη Θεσσαλία μετά τις ζημιές του Ιανού και τη διατήρηση της επιδότησης «πρασίνισμα».
Η βασική θέση είναι ότι από το πολιτικό γραφείο του τότε βουλευτή ζητήθηκε τηλεφωνικά να βρεθεί νόμιμη διοικητική διέξοδος, χωρίς ο ίδιος ο υπουργός να έχει άμεση προσωπική εμπλοκή.
Κατά την ίδια εκδοχή, ο ΟΠΕΚΕΠΕ εξέτασε την υπόθεση, πρότεινε εναλλακτικές λύσεις, ο αγρότης συμμορφώθηκε, ελέγχθηκε και τελικά κρίθηκε εντάξει. Άρα, όπως υποστηρίζεται, δεν υπήρξε παράνομη καταβολή, αλλά διορθωτική διαχείριση μιας πραγματικής αδικίας.
Τα 7 ερωτήματα που σηκώνουν πολιτικό θόρυβο
Η ανάρτηση θέτει επτά συγκεκριμένα ερωτήματα, τα οποία επιχειρούν να μεταφέρουν το βάρος από την ποινική υπόνοια στην πολιτική αναλογικότητα της υπόθεσης.
Το βασικό τους νόημα είναι σαφές:
αν ζητήθηκε κάτι νόμιμο,
αν το επίδικο ποσό ήταν πράγματι 190 ευρώ,
αν ο έλεγχος του ΟΠΕΚΕΠΕ επιβεβαίωσε ότι όλα διορθώθηκαν και έγιναν τυπικά ορθά,
τότε πού ακριβώς βρίσκεται η παράνομη πράξη, ποια η ζημία και ποια η σύνδεση του ίδιου του υπουργού με τυχόν αξιόποινη συμπεριφορά;
Με άλλα λόγια, η υπερασπιστική γραμμή δεν λέει απλώς ότι ο Τσιάρας είναι αθώος. Λέει κάτι πιο πολιτικό: ότι η παραίτησή του παρουσιάζεται ως υπερβολική θυσία για μια υπόθεση μικρού ποσού, χωρίς εμφανές οικονομικό αποτέλεσμα εις βάρος του Δημοσίου.
Το πολιτικό πρόβλημα δεν είναι μόνο το ποσό
Εδώ όμως αρχίζει η ουσία της κρίσης.
Γιατί στην πολιτική, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν το ποσό ήταν μικρό. Το ερώτημα είναι αν υπήρξε ή όχι παρέμβαση από πολιτικό γραφείο σε ζήτημα επιδοτήσεων που υπάγονται σε αυστηρό κανονιστικό και ελεγκτικό πλαίσιο.
Ακόμη κι αν η υπερασπιστική εκδοχή επιμένει ότι όλα τελικά κρίθηκαν νόμιμα, η δημόσια εικόνα της υπόθεσης παραμένει βαριά: ένα πολιτικό σύστημα που δείχνει να κινείται διαρκώς στο όριο ανάμεσα στη «διόρθωση» και στη «διευθέτηση».
Και αυτό ακριβώς είναι που τροφοδοτεί την κρίση αξιοπιστίας: όχι μόνο το αν χάθηκαν 190 ευρώ, αλλά το αν η εξουσία θεωρεί φυσιολογικό να σηκώνει το τηλέφωνο εκεί όπου ο απλός πολίτης μένει στην ουρά.
Αν η υπόθεση είναι όντως τόσο «μικρή» όσο λένε οι υπερασπιστές του πρώην υπουργού, τότε η κυβέρνηση οφείλει να το αποδείξει καθαρά και θεσμικά. Αν όμως πίσω από τα 190 ευρώ κρύβεται άλλη μία ιστορία πολιτικής μεσολάβησης σε σύστημα επιδοτήσεων, τότε το πρόβλημα δεν είναι λογιστικό. Είναι ηθικό, θεσμικό και βαθιά πολιτικό. Γιατί οι κυβερνήσεις δεν πέφτουν μόνο από τα μεγάλα σκάνδαλα. Φθείρονται και από τη νοοτροπία που αντιμετωπίζει το κράτος σαν γραφείο εξυπηρέτησης ημετέρων.

