Μια παραίτηση δεν είναι είδηση επειδή γράφτηκε “με θυμό”. Είναι είδηση όταν αποκαλύπτει ρωγμές: στη σχέση κόμματος–βάσης, στην ικανότητα ενός πολιτικού οργανισμού να αντέχει τη διαφωνία, και —κυρίως— στη γλώσσα με την οποία εκφράζεται η διαφωνία. Η επιστολή παραίτησης του Νίκου Αμοργιανού προς τον πρωθυπουργό και πρόεδρο της Ν.Δ. κινείται ακριβώς πάνω σε αυτή τη λεπτή γραμμή: από τη μία καταγράφει μια πολιτική ρήξη· από την άλλη, υιοθετεί διατυπώσεις που δεν στοχεύουν πολιτικές, αλλά ανθρώπους.
Τι λέει, χωρίς φίλτρα επικοινωνίας
Ο συντάκτης της επιστολής δηλώνει ότι αποχωρεί ύστερα από πολυετή διαδρομή στην παράταξη και αποδίδει την απόφασή του στη νομοθετική επιλογή της κυβέρνησης για ζήτημα οικογενειακού δικαίου, το οποίο θεωρεί ότι:
- αναιρεί την πολιτική ταυτότητα της παράταξης,
- απομακρύνει το κόμμα από την κοινωνική του βάση,
- το φέρνει “απέναντι” στην Εκκλησία,
- και θα οδηγήσει σε πολιτικό κόστος και απομόνωση.
Επιπλέον, η επιστολή προχωρά σε προσωπικές αιχμές, ιστορικές συγκρίσεις, και ρητορικά ερωτήματα για το αν “το νόμιμο είναι και ηθικό”. Κλείνει με επίκληση σε γνωστή ρήση για το ότι η πλειοψηφία δεν μετατρέπει το λάθος σε σωστό.
Τι είναι πολιτική διαφωνία και τι είναι εκτροπή λόγου
Ας το ξεχωρίσουμε καθαρά.
Πολιτική διαφωνία (θεμιτή)
Η διαφωνία σε ζητήματα αξιών, οικογένειας, ρόλου της Εκκλησίας, ή κατεύθυνσης ενός κόμματος είναι απολύτως θεμιτή. Είναι κομμάτι της δημοκρατίας. Κανείς δεν υποχρεούται να συμφωνεί και κανείς δεν χάνει το δικαίωμα να αποχωρήσει.
Εκτροπή λόγου (μη θεμιτή)
Όταν όμως η διαφωνία συνοδεύεται από απαξιωτικές ταμπέλες για μια ομάδα πολιτών, τότε η συζήτηση παύει να αφορά πολιτικές και μετατρέπεται σε στοχοποίηση ανθρώπων. Εκεί δεν έχουμε “σκληρή άποψη”. Έχουμε πολιτική ευκολία: αντικαθιστάς το επιχείρημα με στιγματισμό.
Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα: ποιος μιλάει στο όνομα “της κοινωνίας”;
Η επιστολή επικαλείται “την κοινωνία” και “την Εκκλησία” ως ενιαία μπλοκ που δήθεν στέκονται απέναντι στην κυβέρνηση. Όμως η κοινωνία δεν είναι μονολιθική. Ούτε ψηφίζει με ένα κριτήριο, ούτε σκέφτεται με μία φωνή, ούτε έχει ένα “ηθικό” μέτρο που να το κατέχει αποκλειστικά οποιοσδήποτε πολιτικός χώρος.
Το να λες “είμαι με την κοινωνία” είναι το πιο συνηθισμένο πολιτικό άλλοθι: ακούγεται απόλυτο, άρα βολικό. Αλλά στην πράξη σημαίνει: “είμαι με το κομμάτι της κοινωνίας που συμφωνεί μαζί μου”.
Η Ν.Δ. στο σταυροδρόμι: μεγάλο κόμμα ή ταυτότητα-φρούριο;
Κάθε κόμμα εξουσίας περνά την ίδια δοκιμασία:
Θα κυβερνήσει ως μεγάλος, πολυσυλλεκτικός οργανισμός που κάνει δύσκολους συμβιβασμούς; Ή θα κλειστεί σε μια “καθαρότητα” ταυτότητας που ακούγεται ωραία, αλλά μειώνει τον χώρο και την αντοχή του;
Όταν κυβερνάς, δεν αποφασίζεις μόνο για τους δικούς σου. Αποφασίζεις για όλους. Αυτό δεν αρέσει πάντα στη βάση, ειδικά όταν ένα ζήτημα αγγίζει αξίες. Εκεί μετριέται η πολιτική ωριμότητα: αν το κόμμα μπορεί να κρατήσει ενότητα χωρίς να απαιτεί σιωπή — και αν μπορεί να δεχτεί διαφωνία χωρίς να την κάνει εμφύλιο.
Η “ηθική” στον δημόσιο λόγο: επικίνδυνη όταν γίνεται ρόπαλο
Το “νόμιμο” και το “ηθικό” δεν ταυτίζονται πάντα — σωστό. Όμως όταν η “ηθική” χρησιμοποιείται σαν απόλυτο κριτήριο για να περιγράψει συμπολίτες, τότε δεν είναι ηθική. Είναι ρόπαλο.
Σε μια φιλελεύθερη δημοκρατία, ο νόμος οφείλει να προστατεύει δικαιώματα και ισότητα. Η προσωπική ηθική του καθενός είναι σεβαστή, αλλά δεν μπορεί να γίνεται μηχανισμός υποτίμησης του άλλου. Όταν αυτό συμβαίνει, η πολιτική γλιστράει από τον διάλογο στην ηθικολογία — και από την ηθικολογία στην πόλωση.
5 ερωτήματα που μένουν ανοικτά (και είναι πιο σοβαρά από την παραίτηση)
- Πόσο δείχνει η επιστολή μια υπαρκτή κοινωνική ρωγμή και πόσο μια επικοινωνιακή υπερβολή;
- Μπορεί ένα κόμμα εξουσίας να κρατήσει πολυσυλλεκτικότητα σε ζητήματα αξιών ή θα σπάσει σε “φυλές”;
- Πού τελειώνει η θεμιτή αντίρρηση και πού αρχίζει ο λόγος που στιγματίζει ανθρώπους;
- Τι ρόλο επιλέγει να παίξει η Εκκλησία: πνευματική αναφορά ή πολιτικός παίκτης;
- Πώς θα μοιάζει η επόμενη ημέρα: με περισσότερη σοβαρότητα ή με περισσότερες “επιστολές” που γράφονται για χειροκρότημα;
- Η διαφωνία είναι δικαίωμα. Ο στιγματισμός δεν είναι πολιτική — είναι φτώχεια επιχειρημάτων.
- Όποιος μιλάει “εκ μέρους της κοινωνίας” συνήθως μιλάει εκ μέρους του θυμού του.
- Η πολιτική κρίνεται από το αν αντέχει να κυβερνά χωρίς να διχάζει — και να διαφωνεί χωρίς να απανθρωπίζει.

