Ο Παύλος Μπακογιάννης ήταν ένας άνθρωπος που έζησε και έδρασε με πάθος για τη δημοκρατία, την ελευθερία και τη συμφιλίωση. Η ζωή του ξεκίνησε στο Καρπενήσι, μέσα σε μια Ελλάδα που κουβαλούσε ακόμη τις πληγές του πολέμου και του Εμφυλίου. Από νωρίς έδειξε το ενδιαφέρον του για τη δημόσια ζωή και το μέλλον του τόπου, κάτι που τον οδήγησε να σπουδάσει πολιτικές επιστήμες και να στραφεί στη δημοσιογραφία.
Η δικτατορία του 1967 βρήκε τον Μπακογιάννη στη Γερμανία, όπου με τη δύναμη του λόγου του προσπάθησε να κρατήσει ζωντανή την αλήθεια για όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα. Έγινε η φωνή των εξόριστων και των διωκόμενων, και δεν σταμάτησε να αγωνίζεται για την επιστροφή της δημοκρατίας στην πατρίδα του. Ήταν ένας διανοούμενος που πίστευε πως η πένα και η ιδέα μπορούν να σταθούν πιο δυνατές από το όπλο.
Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση, η πολιτική του πορεία ήταν σχεδόν φυσική συνέχεια της δράσης του. Εκλέχθηκε βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία, αλλά δεν υπήρξε ποτέ ένας τυπικός πολιτικός. Στον λόγο του υπήρχε πάντα μια ηθική διάσταση, μια ανάγκη να γεφυρωθούν τα χάσματα που είχαν χωρίσει την ελληνική κοινωνία. Μιλούσε για συμφιλίωση, για υπέρβαση των παλιών διχασμών, για μια Ελλάδα που θα μπορούσε να κοιτάξει το μέλλον χωρίς τα δεσμά του παρελθόντος.
Η φωνή αυτή, όμως, σίγησε βίαια στις 26 Σεπτεμβρίου 1989. Η τρομοκρατική οργάνωση «17 Νοέμβρη» τον δολοφόνησε έξω από το γραφείο του στην Αθήνα. Ο θάνατός του συγκλόνισε τη χώρα· πολλοί ένιωσαν πως έσβησε ένα κομμάτι ελπίδας, πως χάθηκε ένας άνθρωπος που μπορούσε να δώσει στην πολιτική ένα διαφορετικό ήθος.
Κι όμως, η μνήμη του δεν έσβησε. Ο Παύλος Μπακογιάννης έμεινε στη συλλογική συνείδηση ως σύμβολο ενότητας, μετριοπάθειας και ανθρωπιάς. Σαν μια υπενθύμιση ότι η πολιτική δεν είναι μόνο σύγκρουση, αλλά μπορεί να είναι και γέφυρα, δρόμος για να έρθουν οι άνθρωποι πιο κοντά.

