Η ενεργειακή μετάβαση δεν δίνει σε κανέναν λευκή επιταγή να αντιμετωπίζει την αγροτική γη, τη φύση και τις τοπικές κοινωνίες ως αναλώσιμα.
Η λέξη «πράσινο» δεν αρκεί για να γίνει μια επένδυση περιβαλλοντικά αποδεκτή. Δεν υποκαθιστά τις μελέτες, δεν ακυρώνει τις επιπτώσεις και, κυρίως, δεν καταργεί το δικαίωμα των πολιτών να ρωτούν τι ακριβώς πρόκειται να συμβεί στον τόπο τους.
Κάθε ενεργειακό έργο πρέπει να κρίνεται από τη θέση του, την έκτασή του, τις επιπτώσεις του και το πραγματικό κοινωνικό του όφελος. Τα φωτοβολταϊκά δεν αποτελούν εξαίρεση. Η αξιοποίηση του ήλιου δεν καθιστά αυτομάτως σωστή οποιαδήποτε εγκατάσταση, σε οποιοδήποτε χωράφι, με οποιουσδήποτε όρους.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι συγκεκριμένο: Μπορεί μια επένδυση να χαρακτηρίζεται περιβαλλοντικά υπεύθυνη χωρίς να έχει αποδειχθεί ότι προστατεύει επαρκώς τον τόπο στον οποίο εγκαθίσταται;
Η απάντηση πρέπει να δίνεται πριν από την αδειοδότηση. Όχι όταν θα έχουν ήδη γίνει οι εκχερσώσεις, θα έχουν τοποθετηθεί οι περιφράξεις και οι κάτοικοι θα αναζητούν ποιος είναι αρμόδιος να τους ακούσει.
Η κριτική, βεβαίως, χρειάζεται επιστημονική ακρίβεια. Τα φωτοβολταϊκά δεν αξιοποιούν μόνο ένα μικρό τμήμα της υπέρυθρης ακτινοβολίας. Τα συνήθη πάνελ πυριτίου μετατρέπουν σε ηλεκτρισμό ενέργεια από το ορατό φως και μέρος του εγγύς υπέρυθρου. Ούτε τεκμηριώνεται ο γενικός ισχυρισμός ότι η εγκατάστασή τους προκαλεί ανεμοστρόβιλους και ισχυρούς καύσωνες.
Τέτοιες υπερβολές προσφέρουν εύκολη διέξοδο σε όσους θέλουν να παρακάμψουν τον ουσιαστικό διάλογο. Μπορούν να απορρίψουν ένα λανθασμένο επιχείρημα και, μαζί του, να επιχειρήσουν να απαξιώσουν κάθε δικαιολογημένη ανησυχία.
Οι πραγματικές επιπτώσεις είναι αρκετά σοβαρές ώστε να μη χρειάζονται δραματοποίηση. Ένα μεγάλο φωτοβολταϊκό πάρκο μεταβάλλει τη σκίαση, την ανακλαστικότητα της επιφάνειας και την ανταλλαγή θερμότητας με την ατμόσφαιρα. Η απομάκρυνση βλάστησης επηρεάζει επίσης τη φυσική ψύξη μέσω της εξατμισοδιαπνοής. Το μέγεθος και η κατεύθυνση αυτών των αλλαγών εξαρτώνται από το κλίμα, το έδαφος, την προηγούμενη χρήση γης και τον σχεδιασμό της εγκατάστασης.
Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται αξιολόγηση κάθε έργου και πραγματική παρακολούθηση της λειτουργίας του. Μια γενική διαβεβαίωση ότι «οι ανανεώσιμες πηγές κάνουν καλό» δεν απαντά στα συγκεκριμένα ερωτήματα μιας περιοχής.
Η αγροτική γη δεν είναι άδειο οικόπεδο που περιμένει επενδυτή. Είναι παραγωγή τροφίμων, εργασία, εισόδημα και δυνατότητα να παραμείνει ζωντανή η ύπαιθρος. Η αλλαγή χρήσης της απαιτεί σοβαρή στάθμιση, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για παραγωγικές εκτάσεις.
Αντίστοιχα, η βλάστηση και η βιοποικιλότητα δεν είναι διακοσμητικές λεπτομέρειες μιας περιβαλλοντικής μελέτης. Οφείλουν να αποτελούν ουσιαστικά κριτήρια στον σχεδιασμό. Οι συνέπειες για τη γεωργία, την κτηνοτροφία και τη μελισσοκομία πρέπει να εξετάζονται με δεδομένα για τον συγκεκριμένο τόπο, χωρίς προκατασκευασμένες διαβεβαιώσεις αλλά και χωρίς ατεκμηρίωτες καταστροφολογίες.
Γι’ αυτό χρειάζεται ουσιαστική εξέταση εναλλακτικών θέσεων: στέγες, ήδη δομημένοι χώροι και υποβαθμισμένες εκτάσεις. Η ευκολία εξασφάλισης μιας μεγάλης έκτασης δεν πρέπει να γίνεται το αποφασιστικό κριτήριο της ενεργειακής πολιτικής.
Και υπάρχει ακόμη ένα ερώτημα που δεν επιτρέπεται να μένει για το τέλος: Ποιος αναλαμβάνει την απομάκρυνση του εξοπλισμού και την αποκατάσταση του χώρου όταν ολοκληρωθεί η λειτουργία του έργου; Με ποια χρήματα και ποιες δεσμευτικές εγγυήσεις;
Η ευθύνη μιας επένδυσης πρέπει να καλύπτει ολόκληρη τη ζωή της. Δεν μπορεί τα έσοδα να έχουν συγκεκριμένο δικαιούχο και οι μελλοντικές υποχρεώσεις να παραμένουν αόριστες.
Ούτε η επίκληση της πυρηνικής σύντηξης λύνει αυτομάτως τη συζήτηση. Πρόκειται για διαφορετική τεχνολογία με δικές της απαιτήσεις. Η διαδεδομένη διατύπωση ότι δεν συνδέεται καθόλου με ραδιενέργεια είναι λανθασμένη: η σύντηξη δευτερίου–τριτίου χρησιμοποιεί ραδιενεργό τρίτιο, ενώ τα παραγόμενα νετρόνια μπορούν να καταστήσουν ραδιενεργά υλικά της εγκατάστασης.
Η ενεργειακή πολιτική χρειάζεται γνώση, έλεγχο και λογοδοσία. Χρειάζεται επίσης την παραδοχή ότι η μείωση των εκπομπών και η προστασία του τοπικού περιβάλλοντος πρέπει να υπηρετούνται μαζί.
Οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν τι κερδίζουν, τι επιβαρύνονται και ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη. Δικαιούνται απαντήσεις που να μπορούν να ελεγχθούν.
Όποιος παρουσιάζει ένα έργο ως «πράσινο» οφείλει να το αποδεικνύει σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας του. Το περιβάλλον δεν προστατεύεται με συνθήματα και η κοινωνική συναίνεση δεν εξασφαλίζεται με μια διαφημιστική ταμπέλα.

