Πριν ακόμη ανακοινώσει νέο κόμμα, ο Αντώνης Σαμαράς παρουσιάζει προτάσεις οικονομικής πολιτικής, στρέφοντας τα πυρά του στην κυβέρνηση για την ακρίβεια. Ο πρώην πρωθυπουργός υποστηρίζει ότι οι ανατιμήσεις συνδέονται και με κυβερνητικές επιλογές, αμφισβητώντας την εξήγηση που αποδίδει το πρόβλημα αποκλειστικά στις διεθνείς εξελίξεις.
Στις παρεμβάσεις που προτείνει περιλαμβάνονται μειώσεις της φορολογίας στα καύσιμα, περιορισμός του ανώτατου συντελεστή ΦΠΑ από το 24% στο 23% και υπαγωγή περισσότερων προϊόντων και υπηρεσιών στον μειωμένο συντελεστή. Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην εστίαση και στον συντελεστή 13%, επικαλούμενος αποφάσεις της δικής του διακυβέρνησης ως απόδειξη ότι ανάλογες παρεμβάσεις μπορούν να επαναληφθούν.
Η παρέμβασή του μπορεί να διαβαστεί ως προσπάθεια διαμόρφωσης πολιτικού προγράμματος πριν από την επίσημη παρουσίαση ενός νέου φορέα. Η οικονομία προσφέρει, άλλωστε, πεδίο αντιπαράθεσης που αφορά άμεσα το εισόδημα των πολιτών.
Όμως οι φορολογικές υποσχέσεις χρειάζονται κάτι περισσότερο από την επίκληση του παρελθόντος.
Χρειάζονται συγκεκριμένη κοστολόγηση, χρονοδιάγραμμα εφαρμογής και εξήγηση για το πώς η ελάφρυνση θα φτάσει στην τελική τιμή. Πόσο θα ωφεληθεί ένα νοικοκυριό; Ποιο θα είναι το δημοσιονομικό κόστος; Πώς θα ελεγχθεί αν μια μείωση φόρου μετατρέπεται σε φθηνότερο προϊόν;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που οφείλει να απαντήσει όποιος διεκδικεί ξανά κυβερνητικό ρόλο. Και όταν έχει ήδη διατελέσει πρωθυπουργός, η επίκληση επιλεγμένων αποφάσεων συνοδεύεται αναπόφευκτα από την αξιολόγηση ολόκληρης της θητείας του.
Αντίστοιχα, η κυβέρνηση οφείλει να απαντήσει στην ουσία των προτάσεων: ποιες θεωρεί εφαρμόσιμες, ποιες απορρίπτει και για ποιον λόγο. Η πολιτική αντιπαράθεση δεν εξαντλείται στο αν ο Σαμαράς ετοιμάζει κόμμα.
Για τον πολίτη, το κρίσιμο μέγεθος παραμένει συγκεκριμένο: πόσα χρήματα θα του μένουν στο τέλος του μήνα. Εκεί θα κριθούν και οι σημερινές κυβερνητικές επιλογές και οι αυριανές υποσχέσεις.

