Ο πρώην υπουργός άφησε πίσω του μια πολιτική διαδρομή γεμάτη συγκρούσεις, μεταρρυθμίσεις και προειδοποιήσεις που το κομματικό σύστημα προτιμούσε να μην ακούει
Ο Στέφανος Μάνος δεν ήταν ένας πολιτικός που περνούσε απαρατήρητος.
Δεν το επεδίωκε κιόλας.
Έμπαινε στη δημόσια συζήτηση με συγκεκριμένες προτάσεις, αριθμούς και λύσεις. Έλεγε εκ των προτέρων τι θεωρούσε αναγκαίο, αναλάμβανε το πολιτικό κόστος και, όταν αποκτούσε τη δυνατότητα, επιχειρούσε να το εφαρμόσει.
Αυτό ακριβώς ήταν το μεγάλο του προσόν. Και πιθανότατα η μεγαλύτερη πολιτική του «αμαρτία» σε μια χώρα όπου οι παρατάξεις συχνά ανέχονται ευκολότερα την ακινησία από την αλλαγή.
Ο πρώην υπουργός και βουλευτής πέθανε στις 15 Αυγούστου 2026, στο 87ο έτος της ηλικίας του. Η απώλειά του κλείνει ένα κεφάλαιο της Μεταπολίτευσης, αλλά ανοίγει ξανά μια συζήτηση που η Ελλάδα αποφεύγει επί δεκαετίες: γιατί όποιος μιλά καθαρά για το κόστος, τις ευθύνες και τις αναγκαίες αποφάσεις καταλήγει τόσο συχνά πολιτικά απομονωμένος;
Δεν ήταν η ταμπέλα που του κόλλησαν
Για μεγάλο μέρος του πολιτικού κόσμου, ο Στέφανος Μάνος ήταν απλώς ο «νεοφιλελεύθερος».
Η ετικέτα βόλευε. Χωρούσε σε μία λέξη, απάλλασσε τους αντιπάλους του από την ανάγκη να συζητήσουν τις προτάσεις του και επέτρεπε στα κόμματα να παρουσιάζουν κάθε δύσκολη μεταρρύθμιση ως κοινωνική απειλή.
Η πραγματική πολιτική διαδρομή του, όμως, ήταν πολύ πιο σύνθετη.
Υποστήριξε τις αποκρατικοποιήσεις, τον περιορισμό της σπατάλης και τη βαθιά αλλαγή του κράτους. Την ίδια ώρα, ως υπουργός προώθησε παρεμβάσεις που μόνο ως «απουσία του κράτους» δεν μπορούν να περιγραφούν: προστασία παραδοσιακών οικισμών, αυστηρότερους κανόνες για τη ρύπανση, ανάπλαση της Πλάκας, πεζοδρομήσεις, λεωφορειολωρίδες και δημιουργία δημόσιων παιδότοπων.
Δεν περίμενε την αγορά να λύσει κάθε πρόβλημα. Πίστευε, όμως, ότι το κράτος οφείλει να λειτουργεί, να μετρά το αποτέλεσμα και να σταματήσει να συντηρεί μηχανισμούς μόνο και μόνο επειδή αυτοί διαθέτουν πολιτική προστασία.
Η διαφορά είναι ουσιώδης.
Ο Μάνος δεν λάτρευε το μικρό κράτος ως σύνθημα. Ζητούσε αποτελεσματικό κράτος ως υποχρέωση.
Όταν η εφαρμογή γίνεται πολιτικό αδίκημα
Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, ως υφυπουργός Δημοσίων Έργων και κατόπιν υπουργός Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος, συνδέθηκε με αλλαγές που σήμερα μοιάζουν αυτονόητες.
Τότε δεν ήταν.
Η προστασία εκατοντάδων παραδοσιακών οικισμών, η ανάπλαση της Πλάκας και οι πρώτες πεζοδρομήσεις συγκρούστηκαν με οργανωμένα συμφέροντα, επαγγελματικές αντιδράσεις και μια βαθιά ριζωμένη αντίληψη ότι κάθε κανόνας αποτελεί ενόχληση, εφόσον περιορίζει μια βολική συνήθεια.
Οι έμποροι φοβούνταν ότι οι δρόμοι χωρίς αυτοκίνητα θα νέκρωναν. Επιχειρήσεις αντιδρούσαν στα πρόστιμα για τη ρύπανση. Ιδιοκτήτες και εργολαβικά συμφέροντα δεν ήθελαν αυστηρούς πολεοδομικούς περιορισμούς.
Πολλά από όσα τότε προκάλεσαν πολιτική φθορά αποτελούν σήμερα μέρος της συλλογικής εικόνας μιας πιο ανθρώπινης Αθήνας.
Αυτό δεν σημαίνει ότι όλες οι επιλογές του ήταν σωστές ή ότι δεν υπήρχαν κοινωνικές συνέπειες στις οικονομικές πολιτικές που υποστήριξε. Σημαίνει, όμως, ότι η κριτική απέναντί του όφειλε να γίνεται επί του συγκεκριμένου και όχι πίσω από μια βολική ταμπέλα.
Η μόνιμη σύγκρουση με τα κομματικά όρια
Η σχέση του με τα κόμματα υπήρξε διαρκώς συγκρουσιακή.
Η Νέα Δημοκρατία τον διέγραψε προσωρινά το 1983, όταν τάχθηκε υπέρ των αποκρατικοποιήσεων, και οριστικά το 1998, όταν υπερψήφισε αλλαγές στους κανονισμούς εργασίας των ΔΕΚΟ.
Αργότερα ίδρυσε τους «Φιλελεύθερους», συνέβαλε στη δημιουργία της «Δράσης» και το 2004 εξελέγη ανεξάρτητος βουλευτής με το ψηφοδέλτιο Επικρατείας του ΠΑΣΟΚ.
Η διαδρομή αυτή δεν μαρτυρά πολιτικό οπορτουνισμό όσο μια σταθερή αδυναμία προσαρμογής στην κομματική πειθαρχία.
Ο Μάνος δεν ήταν εύκολος για κανέναν αρχηγό. Δεν μπορούσε να περιοριστεί στον ρόλο του βουλευτή που ψηφίζει, σιωπά και περιμένει την επόμενη υπουργοποίηση.
Αν θεωρούσε ότι μια επιλογή ήταν λάθος, το έλεγε. Αν πίστευε ότι μια μεταρρύθμιση έπρεπε να γίνει, δύσκολα δεχόταν να θαφτεί για χάρη των εσωκομματικών ισορροπιών.
Σε ένα προσωποκεντρικό και πελατειακό πολιτικό σύστημα, αυτή η στάση δεν ανταμείβεται.
Τιμωρείται.
Έβλεπε τον λογαριασμό πριν φτάσει στο τραπέζι
Η σημαντικότερη παρακαταθήκη του ίσως δεν βρίσκεται μόνο στα έργα ή στις υπουργικές αποφάσεις του. Βρίσκεται στην επιμονή του να διαβάζει τους αριθμούς όταν η υπόλοιπη χώρα γιόρταζε με δανεικά.
Τον Απρίλιο του 2008, πριν από τη δημοσιονομική κατάρρευση, επισήμαινε ότι μέσα σε τέσσερα χρόνια το δημόσιο χρέος είχε αυξηθεί κατά 48 δισεκατομμύρια ευρώ — ποσό ίσο με το σύνολο των φορολογικών εσόδων του κράτους για το 2007.
Δεν ήταν μαντεία.
Ήταν αριθμητική.
Η χώρα, όμως, είχε εκπαιδευτεί να θεωρεί δυσάρεστο όποιον της έδειχνε τον λογαριασμό. Προτιμούσε τις υποσχέσεις χωρίς κόστος, τις προσλήψεις χωρίς σχέδιο, τις παροχές χωρίς αντίκρισμα και τις μεταρρυθμίσεις που εξαγγέλλονταν για να αναβληθούν.
Όταν ήρθε η χρεοκοπία, πολλοί ανακάλυψαν ξαφνικά όσα ο Στέφανος Μάνος και λίγοι ακόμη έλεγαν για χρόνια. Αλλά τότε το τίμημα είχε ήδη μεταφερθεί στην κοινωνία.
Η καθαρότητα δεν σημαίνει αλάθητο
Ο θάνατος ενός πολιτικού δεν επιβάλλει την αγιοποίησή του.
Ο Στέφανος Μάνος πήρε σκληρές αποφάσεις, υποστήριξε πολιτικές που προκάλεσαν αντιδράσεις και πολλές φορές μίλησε με έναν τεχνοκρατικό τρόπο που δεν γεφύρωνε πάντοτε την απόσταση ανάμεσα στους αριθμούς και στις ζωές των ανθρώπων.
Μπορεί κανείς να διαφωνεί μαζί του για το κράτος, τις ιδιωτικοποιήσεις, τη φορολογία ή τις κοινωνικές προτεραιότητες.
Δεν μπορεί, όμως, εύκολα να του αρνηθεί τρία πράγματα: είχε καθαρή θέση, εξηγούσε τι πρότεινε και δεχόταν να κριθεί για την εφαρμογή της.
Αυτό από μόνο του μοιάζει σήμερα σχεδόν ανατρεπτικό.
Σε μια δημόσια ζωή όπου η ασάφεια βαφτίζεται «πολιτική ευελιξία», η αναβολή «ωρίμανση» και η ακινησία «διατήρηση ισορροπιών», ο Στέφανος Μάνος υπήρξε ενοχλητικός επειδή έκανε τις επιλογές μετρήσιμες.
Και όταν μια επιλογή είναι μετρήσιμη, είναι και ελέγξιμη.
Αυτό είναι που φοβάται περισσότερο κάθε σύστημα εξουσίας.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να συμφωνήσει εκ των υστέρων με όλα όσα είπε ο Στέφανος Μάνος. Χρειάζεται, όμως, να καταλάβει γιατί τον άκουγε μόνο αφού είχε επιβεβαιωθεί.
Διότι μια χώρα που απομονώνει εκείνους που την προειδοποιούν και τους δικαιώνει όταν πλέον είναι αργά, δεν τιμωρεί τελικά τα «καθαρά μυαλά».
Τιμωρεί τον ίδιο της τον εαυτό.

