Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος επανέφερε ως θετικό παράδειγμα τη συγκυβέρνηση του 2012, επιβεβαίωσε ότι συνομιλεί με τον Αντώνη Σαμαρά και ευχήθηκε να υπάρξει ξανά «κουλτούρα συναινέσεων». Δεν πρότεινε συγκεκριμένο κυβερνητικό σχήμα, αλλά οι αναφορές του δύσκολα περνούν απαρατήρητες.
Ένα προσεκτικά διατυπωμένο μήνυμα προς το πολιτικό σύστημα έστειλε ο Γιάννης Στουρνάρας, ανοίγοντας τη συζήτηση για την επόμενη ημέρα των εκλογών και το ενδεχόμενο κυβερνήσεων συνεργασίας.
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος απέφυγε να τοποθετηθεί ευθέως στα σενάρια περί νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά. Φρόντισε, όμως, να υπενθυμίσει τη συγκυβέρνηση που σχηματίστηκε το 2012 από τη Νέα Δημοκρατία, το ΠΑΣΟΚ και τη ΔΗΜΑΡ, να τη χαρακτηρίσει επιτυχημένη και να εκφράσει την ευχή να υπάρξει και σήμερα πολιτική συναίνεση.
Και κάπως έτσι, χωρίς να κατονομάσει το πιθανό σχήμα της επόμενης κυβέρνησης, έβαλε στο τραπέζι όλα τα υλικά από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει.
«Η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί»
Ο Γιάννης Στουρνάρας υποστήριξε ότι η οικονομία χρειάζεται πολιτική, δημοσιονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα, καθώς και συνέχιση των μεταρρυθμίσεων. Τάχθηκε υπέρ των σταθερών κυβερνήσεων και ξεκαθάρισε ότι δεν θεωρεί θετική την πρόωρη προσφυγή στις κάλπες.
Όταν η συζήτηση έφτασε στο ενδεχόμενο να μην υπάρξει αυτοδυναμία και να απαιτηθεί συνεργασία κομμάτων, η απάντησή του ήταν μετρημένη αλλά σαφής:
«Η χώρα πρέπει να κυβερνηθεί. Και θα κυβερνηθεί. Να είστε βέβαιος γι’ αυτό».
Δεν προέβλεψε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις ούτε θέλησε να σχολιάσει συγκεκριμένους πολιτικούς συνδυασμούς. Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι το πολιτικό σύστημα έχει ωριμάσει μέσα από τις κρίσεις και ότι υπάρχουν δυνατότητες ευρύτερων συνεννοήσεων.
Η αναφορά στη συγκυβέρνηση Σαμαρά
Το πολιτικά ενδιαφέρον σημείο ήρθε όταν ρωτήθηκε για τον Αντώνη Σαμαρά και το ενδεχόμενο δημιουργίας νέου κόμματος.
Ο κεντρικός τραπεζίτης διόρθωσε αρχικά τον δημοσιογράφο, υπενθυμίζοντας ότι η κυβέρνηση στην οποία συμμετείχε ως υπουργός Οικονομικών ξεκίνησε ως συνεργασία ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ.
Στη συνέχεια πρόσθεσε:
«Τα πήγε πολύ καλά. Που δείχνει ότι η χώρα, εάν θέλει, μπορεί να βρει συναινέσεις ευρύτατες».
Και αμέσως μετά διατύπωσε την ευχή να υπάρξει και σήμερα «κουλτούρα συναινέσεων».
Η τοποθέτηση δεν αποτελεί πρόταση επανάληψης εκείνου του κυβερνητικού σχήματος. Αποτελεί, όμως, σαφή πολιτική υπενθύμιση: όταν οι αριθμοί δεν δίνουν αυτοδυναμία, οι συνεργασίες παύουν να είναι θεωρητική συζήτηση και μετατρέπονται σε αναγκαστική εξίσωση εξουσίας.
«Μιλάω με τον Αντώνη Σαμαρά»
Ο Γιάννης Στουρνάρας δεν έκρυψε τη στενή σχέση του με τον πρώην πρωθυπουργό.
«Ήμουν υπουργός του και έχω πολύ καλή σχέση μαζί του», ανέφερε, επιβεβαιώνοντας ότι εξακολουθούν να συνομιλούν. Έσπευσε, πάντως, να διευκρινίσει ότι επικοινωνεί και με πολλούς άλλους πολιτικούς, υποστηρίζοντας ότι οι συζητήσεις τους γίνονται σε καλό κλίμα και με χιούμορ. Το συγκεκριμένο απόσπασμα προβλήθηκε και από το OPEN.
Οι συνομιλίες αυτές δεν αποδεικνύουν πολιτική συμφωνία ούτε σχεδιασμό συνεργασίας. Σε μια περίοδο, όμως, κατά την οποία το ενδεχόμενο νέου κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά βρίσκεται στη δημόσια συζήτηση, κάθε σχετική αναφορά αποκτά αναπόφευκτα μεγαλύτερο πολιτικό βάρος.
Το μήνυμα και όσα δεν ειπώθηκαν
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος δεν είπε ότι επιθυμεί κυβέρνηση με τη συμμετοχή του Αντώνη Σαμαρά. Δεν είπε ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης πρέπει να αντικατασταθεί. Δεν υπέδειξε ποια κόμματα θα μπορούσαν να συνεργαστούν.
Είπε, όμως, τρία συγκεκριμένα πράγματα: ότι η χώρα χρειάζεται σταθερή κυβέρνηση, ότι οι συναινέσεις είναι δυνατές και ότι η προηγούμενη συνεργασία υπό τον Αντώνη Σαμαρά αποτελεί, κατά την εκτίμησή του, θετικό παράδειγμα.
Στην πολιτική, ιδιαίτερα λίγο πριν από μια εκλογική αναμέτρηση που μπορεί να μην παράγει αυτοδυναμία, δεν έχουν σημασία μόνο όσα λέγονται καθαρά. Σημασία έχει και ποια παραδείγματα επιλέγονται, ποια ονόματα επανέρχονται και ποιες πόρτες μένουν προσεκτικά μισάνοιχτες.
Ο Γιάννης Στουρνάρας δεν έγραψε το σενάριο της επόμενης κυβέρνησης. Έδειξε, όμως, ότι στο πολιτικό τραπέζι υπάρχει χώρος για περισσότερους παίκτες απ’ όσους θα ήθελε ενδεχομένως το Μέγαρο Μαξίμου.

