Ο ελληνικός λαός πλήρωσε τις ανακεφαλαιοποιήσεις, εγγυήθηκε τον αναβαλλόμενο φόρο, ανέλαβε τον κίνδυνο του «Ηρακλή» και τελικά έμεινε με τους πλειστηριασμούς. Οι τράπεζες έμειναν με τα κέρδη και τα μερίσματα. Το μεγάλο οικονομικό «θαύμα» της κυβέρνησης Μητσοτάκη!
Αν ένας πολίτης χρωστά μερικές χιλιάδες ευρώ, το κράτος τού δεσμεύει τον λογαριασμό.
Αν μια μικρή επιχείρηση καταγράψει ζημιές, κλείνει.
Αν ένας οικογενειάρχης δεν μπορεί να πληρώσει το στεγαστικό του, εμφανίζεται το fund, ακολουθεί ο servicer και στο τέλος έρχεται το ηλεκτρονικό σφυρί.
Αν, όμως, μια συστημική τράπεζα βρεθεί στο χείλος της καταστροφής, τότε ενεργοποιείται η περίφημη «ευθύνη του κράτους». Ανοίγουν τα δημόσια ταμεία, ψηφίζονται ειδικοί νόμοι, παρέχονται εγγυήσεις δισεκατομμυρίων και οι φορολογούμενοι διατάσσονται να πληρώσουν.
Και μόλις η τράπεζα εξυγιανθεί, καθαρίσει τον ισολογισμό της και αρχίσει ξανά να παράγει κέρδη;
Τότε το κράτος αποχωρεί και παραδίδει την τράπεζα στους ιδιώτες!
Ζημιές στον λαό. Κέρδη στους μετόχους.
Αυτό είναι το τραπεζικό «θαύμα» που η κυβέρνηση Μητσοτάκη μάς πουλά ως οικονομική επιτυχία.
Ο λαός έδωσε 46 δισ. και το κράτος πήρε πίσω 3,5 δισ.
Οι ελληνικές τράπεζες διασώθηκαν με διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις, στις οποίες διοχετεύθηκαν περίπου 46 δισ. ευρώ δημόσιου χρήματος.
Δισεκατομμύρια που δεν φύτρωσαν σε κάποιο κυβερνητικό θερμοκήπιο. Τα πλήρωσαν οι πολίτες με φόρους, περικοπές, μνημόνια, χαμένους μισθούς και διαλυμένες συντάξεις.
Όταν, όμως, το τραπεζικό σύστημα σταθεροποιήθηκε και οι τράπεζες άρχισαν να εμφανίζουν ξανά θεαματική κερδοφορία, η κυβέρνηση αποφάσισε ότι είχε φτάσει η μεγάλη στιγμή της… ιδιωτικοποίησης.
Το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας πούλησε τις συμμετοχές του στις τέσσερις συστημικές τράπεζες έναντι συνολικού ποσού περίπου 3,5 δισ. ευρώ.
Ο πολίτης έβαλε δεκάδες δισεκατομμύρια. Το κράτος εισέπραξε ένα μικρό κλάσμα. Και οι ιδιώτες επενδυτές παρέλαβαν τράπεζες καθαρότερες, ισχυρότερες και έτοιμες να παράγουν μεγάλα κέρδη.
Πρόκειται για την απόλυτη συνταγή της ελληνικής αποκρατικοποίησης: το Δημόσιο πληρώνει την ανακαίνιση και μετά πουλάει το κτίριο μόλις ξαναγίνει πολυτελές!
Τα 17 δισ. των κερδών και το παραμύθι του «δεν υπάρχουν χρήματα»
Μόνο τα τελευταία τέσσερα χρόνια, τα καθαρά κέρδη των τεσσάρων συστημικών τραπεζών πλησίασαν τα 17 δισ. ευρώ.
Οι χρηματιστηριακές αποτιμήσεις εκτοξεύθηκαν. Τα μερίσματα επέστρεψαν. Οι μέτοχοι πανηγυρίζουν και οι διοικήσεις παρουσιάζουν την κερδοφορία ως απόδειξη εξυγίανσης.
Πράγματι, οι τράπεζες εξυγιάνθηκαν.
Το ζήτημα είναι ποιος πλήρωσε την εξυγίανση και ποιος καρπώθηκε το αποτέλεσμά της.
Ο φορολογούμενος ανέλαβε το κόστος. Οι ιδιώτες παρέλαβαν την υπεραξία.
Και ύστερα εμφανίζεται η κυβέρνηση και ρωτά, με το γνωστό αυστηρό ύφος του συνετού λογιστή, «πού θα βρεθούν τα χρήματα» για μισθούς, συντάξεις, νοσοκομεία, σχολεία και κοινωνική πολιτική.
Τα χρήματα βρέθηκαν όταν κινδύνευαν οι τράπεζες.
Δεν βρίσκονται όταν κινδυνεύουν τα σπίτια των πολιτών.
Τόσο απλά. Τόσο κυνικά.
Ο αναβαλλόμενος φόρος: Η μαγική φορολογική ασπίδα
Για τον απλό επαγγελματία, η φορολογική ζημιά έχει ημερομηνία λήξης.
Για τις τράπεζες, όμως, εφευρέθηκε ένα διαφορετικό σύμπαν: ο αναβαλλόμενος φόρος και η αναβαλλόμενη φορολογική πίστωση.
Οι τράπεζες απέκτησαν τη δυνατότητα να συμψηφίζουν για πολλά χρόνια τις ζημιές του παρελθόντος με τα μελλοντικά τους κέρδη. Μέρος αυτής της απαίτησης συνοδεύεται από την εγγύηση του Δημοσίου και προσμετράται στα εποπτικά τους κεφάλαια.
Δηλαδή το κράτος δεν περιορίστηκε στο να χρηματοδοτήσει τη διάσωσή τους. Εγγυήθηκε ακόμη και τη φορολογική τους ασπίδα!
Ένα προνόμιο δισεκατομμυρίων, την ώρα που οι υπόλοιπες επιχειρήσεις φορολογούνται, κυνηγιούνται και κλείνουν για οφειλές που μπροστά στα τραπεζικά μεγέθη μοιάζουν με φιλοδωρήματα.
Και μετά μάς μιλούν για ελεύθερη αγορά.
Ποια ελεύθερη αγορά;
Εκείνη στην οποία το κράτος επεμβαίνει για να φορτώσει τις ζημιές στους φορολογουμένους και εξαφανίζεται μόλις εμφανιστούν τα κέρδη;
Αυτό δεν είναι ελεύθερη αγορά. Είναι κρατικά προστατευμένη κερδοφορία για λίγους.
Ο «Ηρακλής» καθάρισε τις τράπεζες, όχι τους πολίτες
Ακολούθησε το πρόγραμμα «Ηρακλής», με κρατικές εγγυήσεις για τις τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων.
Οι τράπεζες έβγαλαν τα προβληματικά δάνεια από τους ισολογισμούς τους και παρουσίασαν εντυπωσιακή μείωση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων.
Μόνο που τα δάνεια δεν εξαφανίστηκαν.
Άλλαξαν χέρια.
Πέρασαν στα funds και στις εταιρείες διαχείρισης, οι οποίες σήμερα κυνηγούν τους δανειολήπτες, απαιτούν ρυθμίσεις και προχωρούν σε πλειστηριασμούς.
Η τράπεζα καθάρισε τον ισολογισμό της. Ο πολίτης δεν καθάρισε από το χρέος του.
Η τράπεζα σώθηκε. Το σπίτι του πολίτη όχι.
Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο πολιτικό θράσος της υπόθεσης: ο «Ηρακλής» σήκωσε το βάρος από τις πλάτες των τραπεζών και το άφησε επάνω στις πλάτες των οικογενειών.
Γιατί δεν υπήρξε κανένα ουσιαστικό αντάλλαγμα;
Αφού το Δημόσιο χρηματοδότησε, εγγυήθηκε και νομοθέτησε υπέρ της σταθερότητας των τραπεζών, γιατί δεν απαίτησε πραγματικά ανταλλάγματα;
Γιατί δεν διατήρησε ισχυρή συμμετοχή στο μετοχικό τους κεφάλαιο;
Γιατί δεν εξασφάλισε για την κοινωνία μέρος των μελλοντικών κερδών;
Γιατί δεν συνδέθηκε η κρατική στήριξη με φθηνότερα δάνεια, χαμηλότερες προμήθειες και ουσιαστική χρηματοδότηση των μικρών επιχειρήσεων;
Γιατί δεν δημιουργήθηκε ένας δημόσιος οργανισμός που θα αναλάμβανε τα κόκκινα δάνεια και θα προσέφερε πραγματικές, ανθρώπινες ρυθμίσεις;
Γιατί δεν προστατεύθηκε αποτελεσματικά η πρώτη κατοικία;
Η απάντηση είναι εξοργιστικά απλή: επειδή το κράτος αντιμετώπισε τις ανάγκες των τραπεζών ως εθνική υπόθεση και τις ανάγκες των πολιτών ως ατομικό πρόβλημα.
Ο καπιταλισμός τους έχει ένα μόνο θύμα: Τον φορολογούμενο
Όταν οι τράπεζες καταρρέουν, μας λένε ότι πρέπει να τις σώσουμε όλοι μαζί.
Όταν οι τράπεζες κερδίζουν, μας λένε ότι τα κέρδη ανήκουν στους μετόχους.
Όταν ζητά ο πολίτης βοήθεια, του μιλούν για «δημοσιονομικές αντοχές».
Όταν ζητούν οι τράπεζες, οι αντοχές γίνονται ξαφνικά απεριόριστες.
Για τον πολίτη υπάρχει η ατομική ευθύνη. Για την τράπεζα υπάρχει ο συστημικός κίνδυνος.
Για τον δανειολήπτη υπάρχει ο πλειστηριασμός. Για τον τραπεζίτη υπάρχει η ανακεφαλαιοποίηση.
Για τον μικροκαταθέτη υπάρχει σχεδόν μηδενικό επιτόκιο. Για τον μέτοχο υπάρχει μέρισμα.
Αυτό δεν είναι οικονομική πολιτική. Είναι μια τεράστια αναδιανομή πλούτου από κάτω προς τα πάνω, οργανωμένη με νόμους, εγγυήσεις και κυβερνητικές υπογραφές.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη μπορεί να το ονομάζει «επιστροφή στην κανονικότητα».
Η πραγματική του ονομασία είναι διαφορετική:
Οι πολίτες πλήρωσαν τις τράπεζες. Οι τράπεζες παραδόθηκαν στους ιδιώτες. Και τώρα οι ίδιοι πολίτες κινδυνεύουν να χάσουν τα σπίτια τους από εκείνους που διέσωσαν.
Αν αυτό δεν είναι το μεγαλύτερο τραπεζικό και φορολογικό σκάνδαλο της εποχής, τότε ποιο είναι;

